Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΣΤΙΣ ΣΑΠΕΣ ΟΠΩΣ ΤΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ Ο ΕΚ ΛΑΙΣΤΗΣ Γ.ΠΟΑΛΑΣ

Έχουμε αναφέρει και σε άλλα σημεία ότι δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για τον τόπο μας, αφού σχεδόν κανείς δε φρόντισε να καταγράψει κάποια στοιχεία.
Εμείς προσπαθήσαμε να το κάνουμε με την εργασία μας: " Ένας κόσμος που αλλάζει ", επιχειρώντας μέσα από τα παραδοσιακά επαγγέλματα που χάνονται, να καταγράψουμε την κοινωνική ζωή και τις συνθήκες που επικρατούσαν στις αρχές του 20 αιώνα και μετά. Σε άλλη σελίδα μας υπάρχει το καταπληκτικό κείμενο της κ. Ζωής Χατζηθεοδώρου Ρετάλη, μιας Σαπαίας γυναίκας που γεννήθηκε περίπου στα 1920 κι έζησε στις Σάπες μέχρι το 1960 περίπου. [Η ΑΦΗΓΗΣΗ σε άλλη σελίδα]
Με τη βοήθεια του κ. Κώστα Ζαμπογιάννη, συνταξιούχου επαγγελματία σήμερα, με ηπειρώτικη καταγωγή, βρήκαμε ένα σπάνιο κείμενο που αφορά τον τόπο μας την εποχή του 1920 και μετά. Το έγραψε ο Γιώργος Ποάλας, εγγονός του Κων. Ποάλα που ήρθε στις Σάπες και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Λαϊστινά Νέα", τεύχος 33 /2005. Δημοσιεύουμε το Δ΄μέρος που αφορά τον τόπο μας κι έχει μοναδικό ενδιαφέρον!

ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΑΠΛΩΝΕΙ ΤΑ ΚΛΑΡΙΑ ΤΟΥ (απόσπασμα από το βιβλίο του Γ.ΠΟΑΛΑ)
...ο θυμόσοφος χαρακτήρας του Σεμερτζή Χότζα αφαιρούσε από το θείο λειτούργημά του τον παλιό ισλαμικό φανατισμό των Σελτζούκων κατακτητών. «Αλλάχ μπιρ Ντουνιαντά», ο Θεός είναι ένας για την ανθρωπότητα, οι προφήτες είναι διαφορετικοί ανάλογα με τις ιστορικές περιστάσεις ‚ τα Έθνη και τους λαούς. Οι λαοί αλλάζουν τόπους, μετακινούνται. Συγχρωτίζονται με άλλους αλλοεθνείς και αλλόθρησκους λαούς. Ήξερε να ερμηνεύει σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα της εποχής του, το κοράνι. Τα ίδια ένοιωθε και ο πάππος μου, όταν από παιδί άκουγε τα βυζαντινά ψαλτήρια και τετρΟ κεντρικός δρόμος των Σαπών το 1922αβάγγελα. Ήτανε πολύ θρήσκος ο πάππος μου.
Τρεις μεγάλες εκκλησιές είχε το χωριό του και δώδεκα παρεκκλήσια. [Λάιστα Ηπείρου]
Ανέβαινε στα πιο ψηλά καμπαναριά να φτάσει το Θεό του, όπως ο χότζας στο μιναρέ να φτάσει το δικό του Αλλάχ. Τώρα που κοσμογύριστος γνώρισε όλες τις φυλές του Ισραήλ και όλες τις θρησκείες, είδε κι αυτός ότι ο ίδιος γαλάζιος ουρανός σκέπαζε καμπαναριά και μιναρέδες. «Ήμαρτον Θεέ μου» έλεγε ο πάππος μου και σταυροκοπιόταν μόνος του, νομίζοντας πως αμαρτάνει «διανοία», κάνοντας τέτοιες ιερόσυλες σκέψεις. Είπαμε πως ήταν ανοιχτό βιβλίο ο αγνός αυτός χριστιανός μας. Ήξερε να ακούει και να μαθαίνει. Ο χότζας κάθε πρωί, μετά το «σάμπα ναμάζ» περνούσε από το μαγαζί να ρίξει την ευλογημένη κουβέντα στον καλό του χριστιανό φίλο, να πιει και τον καφέ του. Καθώς είχε χουφτώσει μια μέρα το ζεστό φλιτζάνι του καφέ και ρούφηξε το άρωμά του ο χότζας, του πέταξε μια ξαφνική κουβέντα.

Το οικόπεδο με τα ερειπωμένα χτίσματα που ήτανε «βακούφικο», ιδιοκτησία του τζαμιού, πουλιόταν σε καλή τιμή. Από την πρώτη στιγμή που ο πάππος μου άρχισε να μελετάει τόπους και ανθρώπους‚ όπως είπαμε, τόβαλε κι όλας στο μάτι του. Την άρπαξε την πρόταση το πρωί και στο «κεντί ναμάζ», το απόγευμα, η συμφωνία έκλεισε. Τόσες λίρες, τόσα μετζίτια, τόσα ο χότζας για τζαμπασλίκι, τόσο νόμιμο πεσκέσι στον Κατή και τον Μουφτή, που βάλανε όλοι τους τη βούλα. Γρήγορα μπήκαν οι κασμάδες στα χαλάσματα και μήνα με το μήνα μπαίνανε τα θεμέλια και χρόνο με το χρόνο τελείωνε ένα-ένα τμήμα. Θα χρειάστηκαν 3-4 χρόνια να ολοκληρωθεί το συγκρότημα ανάλογα με τις δουλειές και τα καπιτάλια που έρχονταν από τη Ρουμανία Φούρνο, μαγαζί, χάνι, γιαχανάς, που έβγαζε σαμόλαδα, ταχίνια και χαλβάδες, αποθήκες για ξυλεία και πετρέλαια, αχυρώνες για χορτονομές, ξέχωρα αμπάρια για σουσάμια, στάρια και κριθάρια- Την όλη κίνηση γι αυτό το πολυμάγαζο βοηθούσε και η μεγάλη άπλα που είχε η πλατεία του τζαμιού και οι άλλοι γύρω χώροι και δρόμοι. Αιωνόβια πλατάνια, ένα μεγάλο σιντριβάνι πολύκρουνο για να πλένονται οι πιστοί για το ναμάζι, τάσια κρεμασμένα με αλυσίδες για να πίνουνε νερό, μαρμάρινες πλάκες με ρητά του κορανίου, δυο καφενέδες χουζουρλίδικοι με τα μεντέρια και τους ναργιλέδες. Από την άλλη μεριά του τζαμιού ο Ζεϊνέλ Αγάς, ο ναλμπάντης, είχε στήσει το πεταλωτήριο και δίπλα το χαρέμι του με 3-4 γυναίκες και 18 παιδιά. Ζεστός φίλος και καλός πελάτης του πάππου μου. Ψώνιζε την ζάχαρη με το μισόσακκο για τις χανούμισσες και του ’φερνε ξεροψημένα «καντίν γκιουμπέ» -της γυναίκας αφαλός- και άλλα σοροπιασμένα γλυκά του ταψιού. Έτρωγε ο Κωσταντής Εφέντης γεύονταν και οι φίλοι του. Όταν τελείωσαν τα κτίσματα ο πλούσιος αφέντης μας έριξε και ένα πανωσήκωμα με τέσσερα δωμάτια για να φέρει τη γυναίκα του με τα δυο παιδιά του. Βαρέθηκε να πηγαινοέρχεται με το άλογο στα Ζαγόρια κάθε δυο-τρία χρόνια. Η ζωή χωρίς γυναίκα ήταν κακορίζικη στα ξένα.
Η οικογένεια ήρθε, μα δεν μπόρεσε να εγκλιματισθεί σε ένα τουρκοχώρι δίχως εκκλησιά και σχολείο. Νοίκιασε ο πάππος μου ένα σπίτι στη Γκιμουλτζίνα κοντά στον Αη-Γιώργη κι έγραψε τα παιδιά στο ελληνικό σχολειό. Τρεις μήνες τα καλοκαίρια, όταν η ελονοσία θέριζε τον κάμπο, η φαμίλια ανέβαινε στο Σαπτσή. Είχε ήπιο ημιορεινό κλίμα το μεγαλοχώρι και όλα τα αγαθά του Αβραάμ. Σύκα από το «μελεμέζι», καρπούζια και πεπόνια με τον αραμπά, μέλια, ταχίνια και χαλβάδες. Ολόκληρο το μαγαζί κάτω από το σπίτι της για την νοικοκυρά, μετά χαράς αφέντη μου. Κι ο πάππος μου χαιρόταν σαν πατέρας την φαμίλια του. Χαλάλι τους τα κόπια και οι αγώνες του. Και τους χειμώνες τα χαιρόταν Τα παιδιά, όταν κατέβαινε με γιομάτα τα δισάκια χίλια δυο καλά. Πήγαινε στον Αη-Γιώργη και στα ριζά του κάστρου να προσκυνήσει τα παλιά βυζαντινά εικονίσματα, να μην τουρκέψει, πήγαινε να χωθεί στις κατακόμβες της Παναγιάς της θεομήτορος. Πήγαινε στα ελληνοχώρια, στη Γρατινή, στη Μαρώνεια και στα Άβδηρα. Όταν πήγαινε στα Ζαγόρια λοξοδρομούσε δώθε-κείθε να επισκεφθεί συγγενείς και πατριώτες. Στο Δοξάτο και στη Δράμα. Στο Σιδηρόκαστρο και στο Μελένικο. Διέσχιζε τους αρχαίους Φιλίππους για να πάει στην Καβάλα και το Σαρή-Σαμπάν. Από τη Σαλονίκη ανέβαινε στα Βιτόλια και ξανακατέβαινε στη Βέροια. Θαρρείς πως η Αρχαία, η Βυζαντινή και η Νέα Ιστορία ξετυλιγότανε κουβάρι στο υποσυνείδητο του. Δυο φορές πήγε στο Αγιονόρος να προσκυνήσει. Να μυριστεί την αγιοσύνη της παλιάς βυζαντινής εικόνας.

Κουβαλούσε από τον Άθω καρυδιές, λεφτοκαριές, να τις φυτέψει ν’ αγιάσει το χώμα του χωριού του. Έπαιρνε μπόλια εφτά λογιών της Χαλκιδικής για να μπολιάσει της αυλής του τη μηλιά. Κρύβανε οι γιαγιές τα μήλα στα προικοσέντουκα και μοσχοβόλαγαν τα ρούχα. Τα βάζανε κι οι νιόπαντρες στα μαξιλάρια τους, όσο λείπανε οι άντρες τους στην ξενιτιά. Πότε οι καψερές θα μύριζαν αντρίκιο ιδρώτα στο προσκέφαλο και τίμια βαρβατίλα στα στρωσίδια; Χαλάρωσαν με τα χρόνια τα άγρια ήθη του χωριού. Οι γυναίκες ταξίδευαν, μαθαίνανε γράμματα. Τα παιδιά σπούδαζαν. Λόγιοι, δάσκαλοι, γιατροφιλόσοφοι. Φάρδυνε η Γης κι ανοίξανε οι ορίζοντες με τα μέσα επικοινωνίας. Τα τραίνα και οι τηλέγραφοι, οι ατμομηχανές που σέρνανε δεκάδες βαγόνια πίσω τους, τα μεγάλα ατμόπλοια -πολιτείες ολόκληρες- σκίζανε ωκεανούς. Την ώρα που κατέρρεε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, μια καινούρια δύναμη ξεπηδούσε από τα σπλάχνα της. Μυρίστηκαν οι Φράγκοι τα πηγάδια της Ρουμανίας, της Μοσούλης, της Μέσης Ανατολής. Η παλιά Εγνατία οδός των αυτοκρατοριών της Ρώμης και του Βυζαντίου ξαναζωντάνευε. Τα είπαμε αυτά και παραπάνω. Εδώ Θα τονίσουμε την αλληλουχία, την αμφίδρομη επιρροή των επαναστάσεων, της κοινωνικής και της τεχνικής επανάστασης.

Η δουλειά στο Σαπτσή αναπτύσσονταν ραγδαία. Τριάντα νοματαίοι, και λίγοι ήτανε, στο καινούριο συγκρότημα. Καμιά δεκαριά στο παλιό μαγαζί, στο τσαρσί, που λειτουργούσε περισσότερο σαν ένα συγκρότημα αποθηκών ξυλείας, πετρελαίων και άλλων εμπορευμάτων.
Η δράση πια αναπτύσσονταν προς την περιφέρεια. Σε κάθε χωριό κι ένα μαγαζί τοποθετούσε πατριώτες που έρχονταν από το χωριό. Ερχότανε χουσμεκιαρέοι και γινότανε νοικοκυραίοι με τον καιρό.

Το δόγμα του πάππου μου, βοηθούντος και του Σεμερτζή Χότζα: «Όπου ιδείς ένα τζαμί, κτίσε κι ένα μαγαζί». Αυτοί οι ήμεροι χωρικοί του κάμπου δεν είναι παρά απόγονοι των νομάδων Σελτζούκων, που ήρθαν από τα βάθη της Ανατολίας, πριν από κοντά πεντακόσια χρόνια. Η ανάγκη να μετακινούνται συνεχώς για να βρούνε καλύτερες βοσκές τους έκανε σκληρούς πολεμιστές. Έτσι λένε οι σοφοί του κόσμου, που πλήθαιναν κι αυτοί τελευταία. Υπάρχουν παραδείγματα πολύ παλιά, στη Μεσοποταμία και στο Νείλο, στο Γάγγη και στο Γιάνγκ-Τσέ, τον κίτρινο ποταμό. Οι νομάδες ημέρεψαν και έκαναν δικούς τους μεγάλους πολιτισμούς. Η Ιστορία, κρυφή νεροσυρμή, έτρεχε και οι άνθρωποι του μόχθου σιγά-σιγά το νιώθανε. Η σακοράφα δεν κρύβεται στο άδειο σακί, έλεγε ο πάππος μου. Θα ‘ρθει η ώρα που θα ξεμυτίσει. «Μπού ντουνιά τσερκίντιρ. Άσκολσούν τσιβιρινέ». Αυτός ο κόσμος είναι τροχός, χαρά σ’ αυτόν που τον γυρίζει, έλεγε ο Σεμερτζή Χότζας.

Δίπλα στο μαγαζί ο πάππος μου είχε διαμορφώσει ένα «μουσαφίρ οντασί» ευρύχωρο. Του θύμιζε τα «μαντζάτα» του Ζαγορίου. Ένα τζάκι, ένας χαμηλός σοφράς και γύρω-γύρω μαλακά μεντέρια για να κάθονται οι μουσαφιρέοι σταυροπόδι. Το χειμώνα καίγανε δυο φούρνοι, μέρα-νύχτα. Ένας έβγαζε ψωμί, κουλούρια σουσαμένια και σιμίτια. Έψηνε και ψηστικά του κόσμου. Ο άλλος έψηνε σουσάμια για την παραγωγή, ταχίνια, σαμόλαδα, χαλβάδες. Μια θαλπωρή, ζέστη και αρώματα πλημμύριζε τα διαμερίσματα του συγκροτήματος. Τέσσερα-πέντε χάλκινα μαγκάλια χωνεμένο κάρβουνο, βοηθητικά για να ζεστάνουν απάνω το σπίτι και κάτω το μαντζάτο. Επάνω στο σοφρά στρωμένα δείγματα, σουσάμια, στάρια και κριθάρια.

Κάθε μέρα περνοδιάβαιναν μεσίτες, προσφέρανε και κλείνανε παρτίδες. Την Παρασκευή τ’ απόγεμα, μόλις φεύγανε μετά το «κεντί ναμάζ», οι παζαρίτες, γινόταν στο μαντζάτο «το κονσούλτο». Ο Χότζιας, ο Ζεϊνέλ Αγάς, ο Οσμάν μπέης, πομάκος προύχοντας από τους «γιακάδες» της ορεινής Ροδόπης, ο Γκιουβάν πόπ, ένας Βούλγαρος παπάς από το Σιτσανλίκ, ο Μπεζεριάν Κιρκόρ, ο υφασματοπώλης, ο Μποχόρ, οβριός μανιφατουρατζής και σαράφης και τελευταίος ο Τοπαρίτσας, συνεταίρος πιστός του πάππου μου. Βγάλανε τις ταμπακέρες και στρίψανε το πρώτο τσιγάρο. Ύστερα ζύγισαν με το χέρι τους τα δείγματα της νέας σοδειάς να ιδούν αν είναι ψωμωμένα τα σουσάμια και τα στάρια. Μίλησαν ακόμα και για τα καπνά αν Θα πωληθούν και πόσο στα ξένα μονοπώλια του καπνού.

Το τεμπεσίρι και η τσέτουλα του βερεσέ δούλευαν όλο τον χρόνο. Οι χωρικοί έπρεπε να ξεχρεωθούν για ν’ ανοίξουν τα καινούρια τεφτέρια. Και εδώ οι θεολογικές ικανότητες του Χότζα ανταποκρίνονταν πλήρως στις πρακτικές επιδιώξεις της ομηγύρεως. Με τη θεοσοφική του ιδιότητα και την υψηλόβαθμη θέση που κατείχε στη θρησκευτική ιεραρχία της περιοχής σαν Ιμάμης έβγαλε ένα «φετφά». Φετφάς στα αραβικά σημαίνει μια επίσημη γνωμάτευση ή ερμηνεία επί θρησκευτικού ή νομικού ζητήματος του ιερού μουσουλμανικού δικαίου. Ο παντογνώστης Χότζας δεν δυσκολευόταν κάθε χρόνο στην περίοδο της παραγωγής να βγάζει τον ίδιο στερεότυπο φετφά, ότι οι πιστοί είχαν ιερό καθήκον να ξοφλήσουν τα βερεσέδια τους. Ήταν πρωτοφανής η σύμπνοια στο κονσούλτο επί του θέματος, μεταξύ των εκπροσώπων του Μωϋσή, του Χριστού και του Μωάμεθ, παρά τις επί μέρους δογματικές διαφορές τους. Δεν αμφιβάλλω αν υπήρχε και εκπρόσωπος του Βούδα, ότι εξίσου πρόθυμα θα προσυπέγραφε κι αυτός τον «φετφά» του Χότζα. Ο Χότζας δεν κρατούσε μόνο τα κλειδιά του παραδείσου, για όσους επρόκειτο να εγκαταλείψουν το μάταιο τούτον κόσμο. Έπρεπε να βάλει και τη βούλα του για όσους πιστούς θα πήγαιναν στη Μέκκα να προσκυνήσουν. Εκτός από το φετφά που ανακοινώνονταν σε όλα τα τζαμιά της περιφερείας έβγαινε κι’ ένας ντελάλης την Παρασκευή στο Σαπτσή να ανακοινώσει τελικά τα ονόματα των δυστροπούντων χρεωστών, που θα θεωρούνταν θρησκευτικά αποσυνάγωγοι, αν δεν έσπευδαν την τελευταία στιγμή να εξοφλήσουν το χρέος τους.

Το Ρωμαϊκό και Βυζαντινό Δίκαιο, οι ναπολεόντειοι αστικοί και εμπορικοί κώδικες αγκάλιαζαν και πλαισίωναν την ραγδαία οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης. Στη βραδυπορούσα όμως Οθωμανική Αυτοκρατορία οι εμπορικές πράξεις ρυθμίζονταν ακόμα με τους ιερούς νόμους των μωαμεθανικών ιεροδικείων. Το προοδευτικό ωστικό κύμα του εμπορίου που προωθούνταν από την Ευρώπη με τα ποταμόπλοια του Δούναβη και τη σιδερογραμμή Παρίσι-Βαγδάτη αιφνιδίασε το ρέκτη και πρωτόβουλο κατά τα άλλα δραστήρια πάππο μου.

Ούτε το Σαπτσή, ούτε η περιοχή τον χωρούσε. Καινούρια άλματα έπρεπε να κάνει προς τα άκρα του προκαθορισμένου τριγώνου της Κομοτηνής και του Ντεντέ-Αγάτς. Δίπλα στα κτήματα του Οικονόμου, κοντά στην πλατεία στη μέση του μεγάλου παζαριού, ένας γερο-πατριώτης μας διατηρούσε ένα χάνι με πολύ μεγάλη αυλή και πίσω κάπου ένα στρέμμα αμπέλι, κήπο και δέντρα. Ο γερο-Χαντζής, ο Τσιότσος, δεν είχε κληρονόμους και είχε βαρεθεί τη νωθρή ζωή του. Ήθελε να πάει στο χωριό του να πεθάνει ήσυχος, σαν το γέρικο άλογο το ξεκαπίστρωτο που δεν μπορεί να μασήσει πια το «γιαρμά», τον κριθαρένιο. Ήτανε το δεύτερο άλμα του πάππου μου, η καινούρια τούτη αγορά, που έβαζε γερά θεμέλια για τις επόμενες γενιές μας. Με τα τριάντα χρόνια δραστηριότητας στο Σαπτσή δεν κλείστηκε στο καβούκι του. Αυτό το αξιόλογο τουρκοχώρι για την απαρχή της ζωής του δεν ήταν και ο τελικός σκοπός του. Όλα τα λοξόδρομα ταξίδια του στη χωρίς σύνορα Βαλκανική κρύβανε κρυφές δημιουργικές ανατάσεις. Κάθε τόπο, όπου στερέωνε για λίγο ή πολύ καιρό τον έβλεπε πάντα για ορμητήριο για το μέλλον. Του άρεσε η άπλα του χώρου όταν αγόραζε ένα χτήμα. Παρόλο που τα φορτηγά τραίνα είχανε κερδίσει ένα μεγάλο μέρος των μεταφορών, ωστόσο οι καμήλες, τα βοϊδάμαξα και τα μουλάρια κρατούσαν ακόμα μια μεγάλη μερίδα του διαρκώς διογκουμένου στο σύνολο εμπορικού φορτίου. Ο «Κιρκάς» ήτανε ένα ελληνοχώρι ορεινό κοντά στο Ντεντέ-Αγάτς. Οι μισοί κάτοικοι ήτανε μεταλλωρύχοι. Βγάζανε πετροκάρβουνο για τα τραίνα. Υπήρχε και ένα μικρό χρυσωρυχείο. Οι άλλοι μισοί ήτανε καμηλιέρηδες, στη γραμμή μεταφοράς Ντεντέ-Αγάτς, Σαπτσή, Γκιμουλτζίνα. Ένας έξυπνος γαϊδουράκος έσερνε πίσω του 30-40 μπουνταλάδικες ψηλοκαμήλες. Οι καμήλες, γερό σκαρί, σηκώνανε το διπλάσιο σχεδόν βάρος του μουλαριού. Φόρτωναν από το λιμάνι και
κατεβαίνοντας το δρόμο Κιρκά -Τσομπάν Κιοί γονατίζανε, σαν προσκυνητές μπροστά στο τζαμί για να ξεφορτώσουν την πραμάτεια του πάππου μου στο Σαπτσή και να ξαναγονατίσουν στα χάνια του Οικονόμου και του Τσότσιου για την αγορά της Γκιμουλτζίνας. Μεταφέρανε κυρίως τα πετρέλαια της «Στιάουα Ρομάνα», σε κασόνια -δύο τενεκέδες το καθένα- τα μεγάλα τρίριγα σακιά της ζάχαρης και του ρυζιού και τα πάνινα σακιά με άλευρα και σιμιγδάλια. Η μεταφορά της ξυλείας ήτανε δυσκολότερη. Δεν προσφερόταν για τα πατροπαράδοτα μέσα μεταφοράς και τους ελεεινούς δρόμους της Βαλκανικής. Η ξυλεία κατέβαινε από το Πλοέστι με τα σλέπια του Δούναβη έως το Γαλάτσι και την Μπραΐλα. Φορτωνόταν στα ελληνικά μαυροθαλασσίτικα καράβια και ξεφόρτωναν στα λιμάνια και τα παραλίμανα της Θράκης και της Μακεδονίας. Μια ειδική γραμμή με ανοιχτά φορτηγά βαγόνια έμπαινε στο λιμάνι του Ντεντέ-Αγάτς και φόρτωνε την ξυλεία για το Κιοσέ-Μετζήτ και το σταθμό της Γκιουμουλτζίνας. Το Κιοσέ-Μετζήτ απείχε εφτά χιλιόμετρα από το Σαπτσή. Μακρόστενοι αραμπάδες φορτώνανε την ξυλεία του πάππου μου από τα βαγόνια. Όλοι αυτοί οι ακτιρμάδες, φορτώσεις, μεταφορτώσεις και μεταφορές δίνανε δουλειά και ψωμί στο γύρω κόσμο. Είχε ανθρώπους - κλειδιά παντού ο πάππος μου, που πρακτόρευαν και επέβλεπαν τη μεγάλη κίνηση των εργασιών του.

Με τη μετεγκατάστασή του στην Γκιμουλτζίνα οι δουλειές προωθήθηκαν προς την Ξάνθη, το Σαρή-Σαμπάν και την Κεραμωτή. Παντού υπήρχαν αξιόλογοι συμπατριώτες δημιουργημένοι προ πολλού οικονομικοί παράγοντες, που επεδίωκαν τη διευρυμένη συνεργασία του πάππου μου και με τ’ αδέλφια του στη Ρουμανία. Τα λιμάνια της Καβάλας και της Κεραμωτής βοηθούσαν τη θαλασσινή πρόσβαση της ευρύτερης συνεργασίας. Η κακή όμως χάραξη της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης - Ντεντέ-Αγάτς δε βοηθούσε την καλύτερη αξιοποίηση των λιμανιών της Μακεδονίας και της Θράκης.

Είναι γνωστό ότι η στρατιωτική δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στηρίζονταν στο ίδιο φρουριακό σύστημα της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η γραμμή κατέβαινε από το Μοναστήρι στο φυσικότερο και ασφαλέστερο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, με το μεγάλο και μικρό Καρά-Μπουρνού οχυρωμένα. Έτσι γινόταν και ο σπουδαιότερος σιδηροδρομικός κόμβος της Βαλκανικής, καρφί στο μάτι όλων των επιδρομικών φυλών της Δύσης, του Βορρά και της Ανατολής. Φράγκοι, Σλάβοι, Τούρκοι, Γερμανοί. Και η Ελλάδα να φυλάει πάντα Θερμοπύλες.

Βρισκόμαστε στο δεύτερο μισό του Ι9ου αιώνα. Ο πάππος μου, ο γιος του αμετακίνητου από το μετερίζι του Καπετάν Μιχάλη, ζει και κινείται μέσα σε μια ιστορικά δεδομένη πραγματικότητα. Μια πολυεθνική Βαλκανική αλύτρωτων λαών, που στενάζει τετρακόσια τόσα χρόνια κάτω από το ίδιο αδυσώπητο πέλμα ενός κατακτητή. Έλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Μαυροβούνιοι, άλλες ένθετες εθνικο-θρησκευτικές κοινότητες αξιόλογες. Αρμένιοι, Εβραίοι, Πομάκοι και άλλα σκόρπια φύλα, δημιουργούν ένα ανεπανάληπτο μωσαϊκό, που επιτρέπει στις μεγάλες δυνάμεις να παίζουν το κλασικό διπλωματικό παιχνίδι του «διαίρει και βασίλευε» -βαλκανοποίηση και αναβαλκανοποίηση. «Βαλκανοποίηση», μια καθιερωμένη διεθνής διπλωματική ορολογία που θαυματούργησε και θαυματουργεί μέχρι σήμερα και σε άλλες περιοχές και λαούς του κόσμου. Στον Αραβικό κόσμο, στην Αφρικανική Ήπειρο, την Κεντρική και Νότια Αμερική. Τι ιστορικές άραγε καταστάσεις μπορούν να εκφράζουν τα «κονσουλάτα» του πάππου μου, τα αλλοεθνή και αλλόδοξα, με τα ομοεθνή και τα ομόδοξα συμβούλια της δημογεροντίας του Ζαγορίου; Στις περιπτώσεις της αναγκαστικής συμπόρευσης και συμβίωσης των λαών υπάρχουν τέτοιες ειλικρινείς ειδυλλιακές καταστάσεις; Θέλω να πιστεύω ότι όλοι οι τύποι που περιγράφω κάθε φορά είναι ιστορικά αυθεντικοί. Τους γεννά και τους διαμορφώνει η ιστορικότητα της κάθε εποχής. Μέσα στο ανακάτωμα συμφερόντων έστω και εξωβαλκανικών παραγόντων ποια κατεύθυνση επικράτησε στη χάραξη της σιδηροδρομικής γραμμής; Αντί να ακολουθήσει τον παραλιακό δρόμο Χαλκιδικής, Φιλίππων, Καβάλας, Κεραμωτής, Πορτο-Λάγο, Μαρώνειας, Ντεντέ-Αγάτς, παίρνει μια απότομη βόρεια κατεύθυνση και διαγράφει μια απόμακρη από τη θάλασσα καμπύλη, ακολουθώντας σύρριζα τις οροσειρές του Μπέλες και της Ροδόπης. Οι τοπικοί πασάδες των φρουριακών ενισχύσεων των φρουρίων ενδιαφερόμενοι για την ασφαλή μετακίνηση των φρουριακών ενισχύσεων φοβούνταν τους ισχυρούς στόλους της Αγγλίας και της Ελλάδας στο Αιγαίο.
Αν προστεθεί και η κακή χάραξη των βορείων συνόρων μας το 1922, η φθίνουσα οικονομική ζωή στη στενή λωρίδα γης στη Ροδόπη και στον Έβρο είναι γεωπολιτικά δεδομένη, ειδικότερα κάτω από τη σημερινή διαμορφούμενη επικίνδυνη και στείρα κατάσταση στη Βαλκανική.
(Σαπτσή = οι Σάπες - Γκιμουλτζίνα=Κομοτηνή, Ντεντέ Αγάτς = Αλεξανδρούπολη.)
(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tραγούδια για τη Λάιστα

Με το παράπονο , που σέρνεις στα βιολιά σου,
τις ομορφιές , τ'αθάνατα τραγούδια ,
δεμένη πια κρατάς τη σκόρπια τη γενιά σου
και την τραβάς , μελίσσι στα λουλούδια.
Ποάλας Γεώργιος
Λάιστα, της Πίνδου, η ζωγραφιά η πανωραία κόρη
νεράιδά μου καμαρωτή σε όλο το Ζαγόρι.
Πάνος Αθανάσιος

Aναφορές για Λάιστα και Παλαιοχώρι Λάιστας από διάφορες πηγές

Lajsta (Laka) [Αυστριακός Χάρτης 1914]. Λάιστα ή Λάιτσα [Χάρτης Κοντογόνη 1912]. Laysta: 230 οικογένειες Βλάχων [Pouqueville 1826 I, 209]. Laista: το μεγαλύτερο χωριό στο Ζαγόρι, με 200 σπίτια [Leake 1835 IV, 167]. Λάιστα: αλβανικό όνομα, περιοχή του Ζαγορίου, μεταξύ των πηγών Αώου και Ινάχου, 155 χριστιανικές οικογένειες, 257 στέφανα, εκκλησία Ιωαννίνων, γλώσσα Βλαχική και Ελληνική [Αραβαντινός 1856 Β, 333]. Λάιστα: βλαχοχώρι με 364 οικογένειες / 1.800 κατοίκους [Λαμπρίδης, 84]. Lake: ρουμάνικο χωριό με 500 οικογένειες [Picot 1875, 36]. Λάιστα: βλάχικο χωριό [Κρυστάλλης 1891, 60-61]. Laista (Laka): στο βόρειο Ζαγόρι, τρεις και μισή ώρες από τη Vovusa, 450 σπίτια, 2.250 Αρομούνοι [Weigand 1895, 315]. Λάιστα: περιοχή Ζαγορίου, 267 κουτσοβλαχικές οικογένειες [Αραβαντινός 1905, 49]. Laista (Laca): σχολείο αρρένων, 5.900 Βλάχοι [Papahagi 1905, 148]. Λάιστα: επαρχίας Ιωαννίνων, 364 ελληνοβλαχικές οικογένειες [Πατριαρχείο 1906, μστ΄]. Λαΐστα: υποδιοικήσεως και νομού Ιωαννίνων, 892 κάτοικοι [Απαρίθμησις 1913]. Laka ή Laista: Βλαχοχώρι με 400 σπίτια [Wace - Thompson 1914, 199]. Λάιστα: Λαΐστης Ιωαννίνων, 539 κάτοικοι [Λεξικόν Συνοικισμών 1923, 60]. Λάιστα: Επαρχία Δωδώνης, διάταγμα 7/8/1919 (Φ.Ε.Κ. 184/1919) [Αρχεία Δρακάκη - Κούνδουρου 1939, 455]. Λάιστα: Λαΐστης Δωδώνης, 120 κάτοικοι, υψόμετρο 1.020 [Λεξικόν Οικισμών 1974, 255]. Λάιστα ή Λάκκα: βλαχοχώρι στο Βλαχοζάγορο [Κουκούδης, 153, 163, 188]. Λάιστα: δήμου Τύμφης, νομού Ιωαννίνων, κάτοικοι 96 [Λεξικό Σταματελάτου 2001, 409]. Paljohori [Αυστριακός Χάρτης 1914]. Παληοχώρι Λαΐστης [Χάρτης Κοντογόνη 1912]. Παλιοχώρι Λάιστας: ελληνικό όνομα, περιοχή του Ζαγορίου, μεταξύ των πηγών Αώου και Ινάχου, 20 χριστιανικές οικογένειες, 41 στέφανα, εκκλησία Ιωαννίνων, γλώσσα Βλαχική και Ελληνική [Αραβαντινός 1856 Β, 333]. Παλαιοχώρι Λαΐστας: βλαχοχώρι με 58 οικογένειες / 180 κατοίκους [Λαμπρίδης, 84]. Παληοχώρι Λαΐστης: βλάχικο χωριό [Κρυστάλλης 1891, 60-61]. Paljochori: στο βόρειο Ζαγόρι, δύο ώρες ανατολικά από τη Lešnitsa, 100 σπίτια, 500 Αρομούνοι [Weigand 1895, 315]. Παληοχώρι Λάιστας: περιοχή Ζαγορίου, 51 κουτσοβλαχικές οικογένειες [Αραβαντινός 1905, 49]. Paliohori: 650 Βλάχοι [Papahagi 1905, 148]. Παλαιοχώρι Λαΐστης: επαρχίας Ιωαννίνων, 159 ελληνοβλαχικές οικογένειες [Πατριαρχείο 1906, μστ΄]. Παλαιοχώρι Λαΐστης: υποδιοικήσεως και νομού Ιωαννίνων, 90 κάτοικοι [Απαρίθμησις 1913]. Paliohori: Βλάχικο χωριό που έκαψε η συμμορία του Λεωνίδα και του Νταβέλη. Απέμειναν όρθια 27 σπίτια [Wace - Thompson 1914, 200-201]. Παλαιοχώρι Λαΐστης: Λαΐστης Ιωαννίνων, 50 κάτοικοι [Λεξικόν Συνοικισμών 1923, 88]. Παλαιοχώρι Λαΐστης: Επαρχία Δωδώνης, διάταγμα 7/8/1919 (Φ.Ε.Κ. 184/1919) [Αρχεία Δρακάκη - Κούνδουρου 1939, 455]. Παλιοχώρι Λάιστας: βλαχοχώρι στο Βλαχοζάγορο [Κουκούδης, 153].