Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

Χάρτης της περιοχής επί Τουρκοκρατίας


ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΤΗΣ ΛΑΙΣΤΑΣ

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Η ΗΠΕΙΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΜΟΡΦΙΕΣ ΤΗΣ

τουριστικό , αγγλόφωνο αλλά πολύ καλογυρισμένο φιλμάκι

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

ΤΟ ΚΛΑΡΙΝΟ ΤΟΥ ΚΑΨΑΛΗ ΤΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ ΣΤΟΝ ΕΛΑΦΟΤΟΠΟ

ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΣΤΙΣ ΣΑΠΕΣ ΟΠΩΣ ΤΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ Ο ΕΚ ΛΑΙΣΤΗΣ Γ.ΠΟΑΛΑΣ

Έχουμε αναφέρει και σε άλλα σημεία ότι δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για τον τόπο μας, αφού σχεδόν κανείς δε φρόντισε να καταγράψει κάποια στοιχεία.
Εμείς προσπαθήσαμε να το κάνουμε με την εργασία μας: " Ένας κόσμος που αλλάζει ", επιχειρώντας μέσα από τα παραδοσιακά επαγγέλματα που χάνονται, να καταγράψουμε την κοινωνική ζωή και τις συνθήκες που επικρατούσαν στις αρχές του 20 αιώνα και μετά. Σε άλλη σελίδα μας υπάρχει το καταπληκτικό κείμενο της κ. Ζωής Χατζηθεοδώρου Ρετάλη, μιας Σαπαίας γυναίκας που γεννήθηκε περίπου στα 1920 κι έζησε στις Σάπες μέχρι το 1960 περίπου. [Η ΑΦΗΓΗΣΗ σε άλλη σελίδα]
Με τη βοήθεια του κ. Κώστα Ζαμπογιάννη, συνταξιούχου επαγγελματία σήμερα, με ηπειρώτικη καταγωγή, βρήκαμε ένα σπάνιο κείμενο που αφορά τον τόπο μας την εποχή του 1920 και μετά. Το έγραψε ο Γιώργος Ποάλας, εγγονός του Κων. Ποάλα που ήρθε στις Σάπες και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Λαϊστινά Νέα", τεύχος 33 /2005. Δημοσιεύουμε το Δ΄μέρος που αφορά τον τόπο μας κι έχει μοναδικό ενδιαφέρον!

ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΑΠΛΩΝΕΙ ΤΑ ΚΛΑΡΙΑ ΤΟΥ (απόσπασμα από το βιβλίο του Γ.ΠΟΑΛΑ)
...ο θυμόσοφος χαρακτήρας του Σεμερτζή Χότζα αφαιρούσε από το θείο λειτούργημά του τον παλιό ισλαμικό φανατισμό των Σελτζούκων κατακτητών. «Αλλάχ μπιρ Ντουνιαντά», ο Θεός είναι ένας για την ανθρωπότητα, οι προφήτες είναι διαφορετικοί ανάλογα με τις ιστορικές περιστάσεις ‚ τα Έθνη και τους λαούς. Οι λαοί αλλάζουν τόπους, μετακινούνται. Συγχρωτίζονται με άλλους αλλοεθνείς και αλλόθρησκους λαούς. Ήξερε να ερμηνεύει σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα της εποχής του, το κοράνι. Τα ίδια ένοιωθε και ο πάππος μου, όταν από παιδί άκουγε τα βυζαντινά ψαλτήρια και τετρΟ κεντρικός δρόμος των Σαπών το 1922αβάγγελα. Ήτανε πολύ θρήσκος ο πάππος μου.
Τρεις μεγάλες εκκλησιές είχε το χωριό του και δώδεκα παρεκκλήσια. [Λάιστα Ηπείρου]
Ανέβαινε στα πιο ψηλά καμπαναριά να φτάσει το Θεό του, όπως ο χότζας στο μιναρέ να φτάσει το δικό του Αλλάχ. Τώρα που κοσμογύριστος γνώρισε όλες τις φυλές του Ισραήλ και όλες τις θρησκείες, είδε κι αυτός ότι ο ίδιος γαλάζιος ουρανός σκέπαζε καμπαναριά και μιναρέδες. «Ήμαρτον Θεέ μου» έλεγε ο πάππος μου και σταυροκοπιόταν μόνος του, νομίζοντας πως αμαρτάνει «διανοία», κάνοντας τέτοιες ιερόσυλες σκέψεις. Είπαμε πως ήταν ανοιχτό βιβλίο ο αγνός αυτός χριστιανός μας. Ήξερε να ακούει και να μαθαίνει. Ο χότζας κάθε πρωί, μετά το «σάμπα ναμάζ» περνούσε από το μαγαζί να ρίξει την ευλογημένη κουβέντα στον καλό του χριστιανό φίλο, να πιει και τον καφέ του. Καθώς είχε χουφτώσει μια μέρα το ζεστό φλιτζάνι του καφέ και ρούφηξε το άρωμά του ο χότζας, του πέταξε μια ξαφνική κουβέντα.

Το οικόπεδο με τα ερειπωμένα χτίσματα που ήτανε «βακούφικο», ιδιοκτησία του τζαμιού, πουλιόταν σε καλή τιμή. Από την πρώτη στιγμή που ο πάππος μου άρχισε να μελετάει τόπους και ανθρώπους‚ όπως είπαμε, τόβαλε κι όλας στο μάτι του. Την άρπαξε την πρόταση το πρωί και στο «κεντί ναμάζ», το απόγευμα, η συμφωνία έκλεισε. Τόσες λίρες, τόσα μετζίτια, τόσα ο χότζας για τζαμπασλίκι, τόσο νόμιμο πεσκέσι στον Κατή και τον Μουφτή, που βάλανε όλοι τους τη βούλα. Γρήγορα μπήκαν οι κασμάδες στα χαλάσματα και μήνα με το μήνα μπαίνανε τα θεμέλια και χρόνο με το χρόνο τελείωνε ένα-ένα τμήμα. Θα χρειάστηκαν 3-4 χρόνια να ολοκληρωθεί το συγκρότημα ανάλογα με τις δουλειές και τα καπιτάλια που έρχονταν από τη Ρουμανία Φούρνο, μαγαζί, χάνι, γιαχανάς, που έβγαζε σαμόλαδα, ταχίνια και χαλβάδες, αποθήκες για ξυλεία και πετρέλαια, αχυρώνες για χορτονομές, ξέχωρα αμπάρια για σουσάμια, στάρια και κριθάρια- Την όλη κίνηση γι αυτό το πολυμάγαζο βοηθούσε και η μεγάλη άπλα που είχε η πλατεία του τζαμιού και οι άλλοι γύρω χώροι και δρόμοι. Αιωνόβια πλατάνια, ένα μεγάλο σιντριβάνι πολύκρουνο για να πλένονται οι πιστοί για το ναμάζι, τάσια κρεμασμένα με αλυσίδες για να πίνουνε νερό, μαρμάρινες πλάκες με ρητά του κορανίου, δυο καφενέδες χουζουρλίδικοι με τα μεντέρια και τους ναργιλέδες. Από την άλλη μεριά του τζαμιού ο Ζεϊνέλ Αγάς, ο ναλμπάντης, είχε στήσει το πεταλωτήριο και δίπλα το χαρέμι του με 3-4 γυναίκες και 18 παιδιά. Ζεστός φίλος και καλός πελάτης του πάππου μου. Ψώνιζε την ζάχαρη με το μισόσακκο για τις χανούμισσες και του ’φερνε ξεροψημένα «καντίν γκιουμπέ» -της γυναίκας αφαλός- και άλλα σοροπιασμένα γλυκά του ταψιού. Έτρωγε ο Κωσταντής Εφέντης γεύονταν και οι φίλοι του. Όταν τελείωσαν τα κτίσματα ο πλούσιος αφέντης μας έριξε και ένα πανωσήκωμα με τέσσερα δωμάτια για να φέρει τη γυναίκα του με τα δυο παιδιά του. Βαρέθηκε να πηγαινοέρχεται με το άλογο στα Ζαγόρια κάθε δυο-τρία χρόνια. Η ζωή χωρίς γυναίκα ήταν κακορίζικη στα ξένα.
Η οικογένεια ήρθε, μα δεν μπόρεσε να εγκλιματισθεί σε ένα τουρκοχώρι δίχως εκκλησιά και σχολείο. Νοίκιασε ο πάππος μου ένα σπίτι στη Γκιμουλτζίνα κοντά στον Αη-Γιώργη κι έγραψε τα παιδιά στο ελληνικό σχολειό. Τρεις μήνες τα καλοκαίρια, όταν η ελονοσία θέριζε τον κάμπο, η φαμίλια ανέβαινε στο Σαπτσή. Είχε ήπιο ημιορεινό κλίμα το μεγαλοχώρι και όλα τα αγαθά του Αβραάμ. Σύκα από το «μελεμέζι», καρπούζια και πεπόνια με τον αραμπά, μέλια, ταχίνια και χαλβάδες. Ολόκληρο το μαγαζί κάτω από το σπίτι της για την νοικοκυρά, μετά χαράς αφέντη μου. Κι ο πάππος μου χαιρόταν σαν πατέρας την φαμίλια του. Χαλάλι τους τα κόπια και οι αγώνες του. Και τους χειμώνες τα χαιρόταν Τα παιδιά, όταν κατέβαινε με γιομάτα τα δισάκια χίλια δυο καλά. Πήγαινε στον Αη-Γιώργη και στα ριζά του κάστρου να προσκυνήσει τα παλιά βυζαντινά εικονίσματα, να μην τουρκέψει, πήγαινε να χωθεί στις κατακόμβες της Παναγιάς της θεομήτορος. Πήγαινε στα ελληνοχώρια, στη Γρατινή, στη Μαρώνεια και στα Άβδηρα. Όταν πήγαινε στα Ζαγόρια λοξοδρομούσε δώθε-κείθε να επισκεφθεί συγγενείς και πατριώτες. Στο Δοξάτο και στη Δράμα. Στο Σιδηρόκαστρο και στο Μελένικο. Διέσχιζε τους αρχαίους Φιλίππους για να πάει στην Καβάλα και το Σαρή-Σαμπάν. Από τη Σαλονίκη ανέβαινε στα Βιτόλια και ξανακατέβαινε στη Βέροια. Θαρρείς πως η Αρχαία, η Βυζαντινή και η Νέα Ιστορία ξετυλιγότανε κουβάρι στο υποσυνείδητο του. Δυο φορές πήγε στο Αγιονόρος να προσκυνήσει. Να μυριστεί την αγιοσύνη της παλιάς βυζαντινής εικόνας.

Κουβαλούσε από τον Άθω καρυδιές, λεφτοκαριές, να τις φυτέψει ν’ αγιάσει το χώμα του χωριού του. Έπαιρνε μπόλια εφτά λογιών της Χαλκιδικής για να μπολιάσει της αυλής του τη μηλιά. Κρύβανε οι γιαγιές τα μήλα στα προικοσέντουκα και μοσχοβόλαγαν τα ρούχα. Τα βάζανε κι οι νιόπαντρες στα μαξιλάρια τους, όσο λείπανε οι άντρες τους στην ξενιτιά. Πότε οι καψερές θα μύριζαν αντρίκιο ιδρώτα στο προσκέφαλο και τίμια βαρβατίλα στα στρωσίδια; Χαλάρωσαν με τα χρόνια τα άγρια ήθη του χωριού. Οι γυναίκες ταξίδευαν, μαθαίνανε γράμματα. Τα παιδιά σπούδαζαν. Λόγιοι, δάσκαλοι, γιατροφιλόσοφοι. Φάρδυνε η Γης κι ανοίξανε οι ορίζοντες με τα μέσα επικοινωνίας. Τα τραίνα και οι τηλέγραφοι, οι ατμομηχανές που σέρνανε δεκάδες βαγόνια πίσω τους, τα μεγάλα ατμόπλοια -πολιτείες ολόκληρες- σκίζανε ωκεανούς. Την ώρα που κατέρρεε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, μια καινούρια δύναμη ξεπηδούσε από τα σπλάχνα της. Μυρίστηκαν οι Φράγκοι τα πηγάδια της Ρουμανίας, της Μοσούλης, της Μέσης Ανατολής. Η παλιά Εγνατία οδός των αυτοκρατοριών της Ρώμης και του Βυζαντίου ξαναζωντάνευε. Τα είπαμε αυτά και παραπάνω. Εδώ Θα τονίσουμε την αλληλουχία, την αμφίδρομη επιρροή των επαναστάσεων, της κοινωνικής και της τεχνικής επανάστασης.

Η δουλειά στο Σαπτσή αναπτύσσονταν ραγδαία. Τριάντα νοματαίοι, και λίγοι ήτανε, στο καινούριο συγκρότημα. Καμιά δεκαριά στο παλιό μαγαζί, στο τσαρσί, που λειτουργούσε περισσότερο σαν ένα συγκρότημα αποθηκών ξυλείας, πετρελαίων και άλλων εμπορευμάτων.
Η δράση πια αναπτύσσονταν προς την περιφέρεια. Σε κάθε χωριό κι ένα μαγαζί τοποθετούσε πατριώτες που έρχονταν από το χωριό. Ερχότανε χουσμεκιαρέοι και γινότανε νοικοκυραίοι με τον καιρό.

Το δόγμα του πάππου μου, βοηθούντος και του Σεμερτζή Χότζα: «Όπου ιδείς ένα τζαμί, κτίσε κι ένα μαγαζί». Αυτοί οι ήμεροι χωρικοί του κάμπου δεν είναι παρά απόγονοι των νομάδων Σελτζούκων, που ήρθαν από τα βάθη της Ανατολίας, πριν από κοντά πεντακόσια χρόνια. Η ανάγκη να μετακινούνται συνεχώς για να βρούνε καλύτερες βοσκές τους έκανε σκληρούς πολεμιστές. Έτσι λένε οι σοφοί του κόσμου, που πλήθαιναν κι αυτοί τελευταία. Υπάρχουν παραδείγματα πολύ παλιά, στη Μεσοποταμία και στο Νείλο, στο Γάγγη και στο Γιάνγκ-Τσέ, τον κίτρινο ποταμό. Οι νομάδες ημέρεψαν και έκαναν δικούς τους μεγάλους πολιτισμούς. Η Ιστορία, κρυφή νεροσυρμή, έτρεχε και οι άνθρωποι του μόχθου σιγά-σιγά το νιώθανε. Η σακοράφα δεν κρύβεται στο άδειο σακί, έλεγε ο πάππος μου. Θα ‘ρθει η ώρα που θα ξεμυτίσει. «Μπού ντουνιά τσερκίντιρ. Άσκολσούν τσιβιρινέ». Αυτός ο κόσμος είναι τροχός, χαρά σ’ αυτόν που τον γυρίζει, έλεγε ο Σεμερτζή Χότζας.

Δίπλα στο μαγαζί ο πάππος μου είχε διαμορφώσει ένα «μουσαφίρ οντασί» ευρύχωρο. Του θύμιζε τα «μαντζάτα» του Ζαγορίου. Ένα τζάκι, ένας χαμηλός σοφράς και γύρω-γύρω μαλακά μεντέρια για να κάθονται οι μουσαφιρέοι σταυροπόδι. Το χειμώνα καίγανε δυο φούρνοι, μέρα-νύχτα. Ένας έβγαζε ψωμί, κουλούρια σουσαμένια και σιμίτια. Έψηνε και ψηστικά του κόσμου. Ο άλλος έψηνε σουσάμια για την παραγωγή, ταχίνια, σαμόλαδα, χαλβάδες. Μια θαλπωρή, ζέστη και αρώματα πλημμύριζε τα διαμερίσματα του συγκροτήματος. Τέσσερα-πέντε χάλκινα μαγκάλια χωνεμένο κάρβουνο, βοηθητικά για να ζεστάνουν απάνω το σπίτι και κάτω το μαντζάτο. Επάνω στο σοφρά στρωμένα δείγματα, σουσάμια, στάρια και κριθάρια.

Κάθε μέρα περνοδιάβαιναν μεσίτες, προσφέρανε και κλείνανε παρτίδες. Την Παρασκευή τ’ απόγεμα, μόλις φεύγανε μετά το «κεντί ναμάζ», οι παζαρίτες, γινόταν στο μαντζάτο «το κονσούλτο». Ο Χότζιας, ο Ζεϊνέλ Αγάς, ο Οσμάν μπέης, πομάκος προύχοντας από τους «γιακάδες» της ορεινής Ροδόπης, ο Γκιουβάν πόπ, ένας Βούλγαρος παπάς από το Σιτσανλίκ, ο Μπεζεριάν Κιρκόρ, ο υφασματοπώλης, ο Μποχόρ, οβριός μανιφατουρατζής και σαράφης και τελευταίος ο Τοπαρίτσας, συνεταίρος πιστός του πάππου μου. Βγάλανε τις ταμπακέρες και στρίψανε το πρώτο τσιγάρο. Ύστερα ζύγισαν με το χέρι τους τα δείγματα της νέας σοδειάς να ιδούν αν είναι ψωμωμένα τα σουσάμια και τα στάρια. Μίλησαν ακόμα και για τα καπνά αν Θα πωληθούν και πόσο στα ξένα μονοπώλια του καπνού.

Το τεμπεσίρι και η τσέτουλα του βερεσέ δούλευαν όλο τον χρόνο. Οι χωρικοί έπρεπε να ξεχρεωθούν για ν’ ανοίξουν τα καινούρια τεφτέρια. Και εδώ οι θεολογικές ικανότητες του Χότζα ανταποκρίνονταν πλήρως στις πρακτικές επιδιώξεις της ομηγύρεως. Με τη θεοσοφική του ιδιότητα και την υψηλόβαθμη θέση που κατείχε στη θρησκευτική ιεραρχία της περιοχής σαν Ιμάμης έβγαλε ένα «φετφά». Φετφάς στα αραβικά σημαίνει μια επίσημη γνωμάτευση ή ερμηνεία επί θρησκευτικού ή νομικού ζητήματος του ιερού μουσουλμανικού δικαίου. Ο παντογνώστης Χότζας δεν δυσκολευόταν κάθε χρόνο στην περίοδο της παραγωγής να βγάζει τον ίδιο στερεότυπο φετφά, ότι οι πιστοί είχαν ιερό καθήκον να ξοφλήσουν τα βερεσέδια τους. Ήταν πρωτοφανής η σύμπνοια στο κονσούλτο επί του θέματος, μεταξύ των εκπροσώπων του Μωϋσή, του Χριστού και του Μωάμεθ, παρά τις επί μέρους δογματικές διαφορές τους. Δεν αμφιβάλλω αν υπήρχε και εκπρόσωπος του Βούδα, ότι εξίσου πρόθυμα θα προσυπέγραφε κι αυτός τον «φετφά» του Χότζα. Ο Χότζας δεν κρατούσε μόνο τα κλειδιά του παραδείσου, για όσους επρόκειτο να εγκαταλείψουν το μάταιο τούτον κόσμο. Έπρεπε να βάλει και τη βούλα του για όσους πιστούς θα πήγαιναν στη Μέκκα να προσκυνήσουν. Εκτός από το φετφά που ανακοινώνονταν σε όλα τα τζαμιά της περιφερείας έβγαινε κι’ ένας ντελάλης την Παρασκευή στο Σαπτσή να ανακοινώσει τελικά τα ονόματα των δυστροπούντων χρεωστών, που θα θεωρούνταν θρησκευτικά αποσυνάγωγοι, αν δεν έσπευδαν την τελευταία στιγμή να εξοφλήσουν το χρέος τους.

Το Ρωμαϊκό και Βυζαντινό Δίκαιο, οι ναπολεόντειοι αστικοί και εμπορικοί κώδικες αγκάλιαζαν και πλαισίωναν την ραγδαία οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης. Στη βραδυπορούσα όμως Οθωμανική Αυτοκρατορία οι εμπορικές πράξεις ρυθμίζονταν ακόμα με τους ιερούς νόμους των μωαμεθανικών ιεροδικείων. Το προοδευτικό ωστικό κύμα του εμπορίου που προωθούνταν από την Ευρώπη με τα ποταμόπλοια του Δούναβη και τη σιδερογραμμή Παρίσι-Βαγδάτη αιφνιδίασε το ρέκτη και πρωτόβουλο κατά τα άλλα δραστήρια πάππο μου.

Ούτε το Σαπτσή, ούτε η περιοχή τον χωρούσε. Καινούρια άλματα έπρεπε να κάνει προς τα άκρα του προκαθορισμένου τριγώνου της Κομοτηνής και του Ντεντέ-Αγάτς. Δίπλα στα κτήματα του Οικονόμου, κοντά στην πλατεία στη μέση του μεγάλου παζαριού, ένας γερο-πατριώτης μας διατηρούσε ένα χάνι με πολύ μεγάλη αυλή και πίσω κάπου ένα στρέμμα αμπέλι, κήπο και δέντρα. Ο γερο-Χαντζής, ο Τσιότσος, δεν είχε κληρονόμους και είχε βαρεθεί τη νωθρή ζωή του. Ήθελε να πάει στο χωριό του να πεθάνει ήσυχος, σαν το γέρικο άλογο το ξεκαπίστρωτο που δεν μπορεί να μασήσει πια το «γιαρμά», τον κριθαρένιο. Ήτανε το δεύτερο άλμα του πάππου μου, η καινούρια τούτη αγορά, που έβαζε γερά θεμέλια για τις επόμενες γενιές μας. Με τα τριάντα χρόνια δραστηριότητας στο Σαπτσή δεν κλείστηκε στο καβούκι του. Αυτό το αξιόλογο τουρκοχώρι για την απαρχή της ζωής του δεν ήταν και ο τελικός σκοπός του. Όλα τα λοξόδρομα ταξίδια του στη χωρίς σύνορα Βαλκανική κρύβανε κρυφές δημιουργικές ανατάσεις. Κάθε τόπο, όπου στερέωνε για λίγο ή πολύ καιρό τον έβλεπε πάντα για ορμητήριο για το μέλλον. Του άρεσε η άπλα του χώρου όταν αγόραζε ένα χτήμα. Παρόλο που τα φορτηγά τραίνα είχανε κερδίσει ένα μεγάλο μέρος των μεταφορών, ωστόσο οι καμήλες, τα βοϊδάμαξα και τα μουλάρια κρατούσαν ακόμα μια μεγάλη μερίδα του διαρκώς διογκουμένου στο σύνολο εμπορικού φορτίου. Ο «Κιρκάς» ήτανε ένα ελληνοχώρι ορεινό κοντά στο Ντεντέ-Αγάτς. Οι μισοί κάτοικοι ήτανε μεταλλωρύχοι. Βγάζανε πετροκάρβουνο για τα τραίνα. Υπήρχε και ένα μικρό χρυσωρυχείο. Οι άλλοι μισοί ήτανε καμηλιέρηδες, στη γραμμή μεταφοράς Ντεντέ-Αγάτς, Σαπτσή, Γκιμουλτζίνα. Ένας έξυπνος γαϊδουράκος έσερνε πίσω του 30-40 μπουνταλάδικες ψηλοκαμήλες. Οι καμήλες, γερό σκαρί, σηκώνανε το διπλάσιο σχεδόν βάρος του μουλαριού. Φόρτωναν από το λιμάνι και
κατεβαίνοντας το δρόμο Κιρκά -Τσομπάν Κιοί γονατίζανε, σαν προσκυνητές μπροστά στο τζαμί για να ξεφορτώσουν την πραμάτεια του πάππου μου στο Σαπτσή και να ξαναγονατίσουν στα χάνια του Οικονόμου και του Τσότσιου για την αγορά της Γκιμουλτζίνας. Μεταφέρανε κυρίως τα πετρέλαια της «Στιάουα Ρομάνα», σε κασόνια -δύο τενεκέδες το καθένα- τα μεγάλα τρίριγα σακιά της ζάχαρης και του ρυζιού και τα πάνινα σακιά με άλευρα και σιμιγδάλια. Η μεταφορά της ξυλείας ήτανε δυσκολότερη. Δεν προσφερόταν για τα πατροπαράδοτα μέσα μεταφοράς και τους ελεεινούς δρόμους της Βαλκανικής. Η ξυλεία κατέβαινε από το Πλοέστι με τα σλέπια του Δούναβη έως το Γαλάτσι και την Μπραΐλα. Φορτωνόταν στα ελληνικά μαυροθαλασσίτικα καράβια και ξεφόρτωναν στα λιμάνια και τα παραλίμανα της Θράκης και της Μακεδονίας. Μια ειδική γραμμή με ανοιχτά φορτηγά βαγόνια έμπαινε στο λιμάνι του Ντεντέ-Αγάτς και φόρτωνε την ξυλεία για το Κιοσέ-Μετζήτ και το σταθμό της Γκιουμουλτζίνας. Το Κιοσέ-Μετζήτ απείχε εφτά χιλιόμετρα από το Σαπτσή. Μακρόστενοι αραμπάδες φορτώνανε την ξυλεία του πάππου μου από τα βαγόνια. Όλοι αυτοί οι ακτιρμάδες, φορτώσεις, μεταφορτώσεις και μεταφορές δίνανε δουλειά και ψωμί στο γύρω κόσμο. Είχε ανθρώπους - κλειδιά παντού ο πάππος μου, που πρακτόρευαν και επέβλεπαν τη μεγάλη κίνηση των εργασιών του.

Με τη μετεγκατάστασή του στην Γκιμουλτζίνα οι δουλειές προωθήθηκαν προς την Ξάνθη, το Σαρή-Σαμπάν και την Κεραμωτή. Παντού υπήρχαν αξιόλογοι συμπατριώτες δημιουργημένοι προ πολλού οικονομικοί παράγοντες, που επεδίωκαν τη διευρυμένη συνεργασία του πάππου μου και με τ’ αδέλφια του στη Ρουμανία. Τα λιμάνια της Καβάλας και της Κεραμωτής βοηθούσαν τη θαλασσινή πρόσβαση της ευρύτερης συνεργασίας. Η κακή όμως χάραξη της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης - Ντεντέ-Αγάτς δε βοηθούσε την καλύτερη αξιοποίηση των λιμανιών της Μακεδονίας και της Θράκης.

Είναι γνωστό ότι η στρατιωτική δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στηρίζονταν στο ίδιο φρουριακό σύστημα της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η γραμμή κατέβαινε από το Μοναστήρι στο φυσικότερο και ασφαλέστερο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, με το μεγάλο και μικρό Καρά-Μπουρνού οχυρωμένα. Έτσι γινόταν και ο σπουδαιότερος σιδηροδρομικός κόμβος της Βαλκανικής, καρφί στο μάτι όλων των επιδρομικών φυλών της Δύσης, του Βορρά και της Ανατολής. Φράγκοι, Σλάβοι, Τούρκοι, Γερμανοί. Και η Ελλάδα να φυλάει πάντα Θερμοπύλες.

Βρισκόμαστε στο δεύτερο μισό του Ι9ου αιώνα. Ο πάππος μου, ο γιος του αμετακίνητου από το μετερίζι του Καπετάν Μιχάλη, ζει και κινείται μέσα σε μια ιστορικά δεδομένη πραγματικότητα. Μια πολυεθνική Βαλκανική αλύτρωτων λαών, που στενάζει τετρακόσια τόσα χρόνια κάτω από το ίδιο αδυσώπητο πέλμα ενός κατακτητή. Έλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Μαυροβούνιοι, άλλες ένθετες εθνικο-θρησκευτικές κοινότητες αξιόλογες. Αρμένιοι, Εβραίοι, Πομάκοι και άλλα σκόρπια φύλα, δημιουργούν ένα ανεπανάληπτο μωσαϊκό, που επιτρέπει στις μεγάλες δυνάμεις να παίζουν το κλασικό διπλωματικό παιχνίδι του «διαίρει και βασίλευε» -βαλκανοποίηση και αναβαλκανοποίηση. «Βαλκανοποίηση», μια καθιερωμένη διεθνής διπλωματική ορολογία που θαυματούργησε και θαυματουργεί μέχρι σήμερα και σε άλλες περιοχές και λαούς του κόσμου. Στον Αραβικό κόσμο, στην Αφρικανική Ήπειρο, την Κεντρική και Νότια Αμερική. Τι ιστορικές άραγε καταστάσεις μπορούν να εκφράζουν τα «κονσουλάτα» του πάππου μου, τα αλλοεθνή και αλλόδοξα, με τα ομοεθνή και τα ομόδοξα συμβούλια της δημογεροντίας του Ζαγορίου; Στις περιπτώσεις της αναγκαστικής συμπόρευσης και συμβίωσης των λαών υπάρχουν τέτοιες ειλικρινείς ειδυλλιακές καταστάσεις; Θέλω να πιστεύω ότι όλοι οι τύποι που περιγράφω κάθε φορά είναι ιστορικά αυθεντικοί. Τους γεννά και τους διαμορφώνει η ιστορικότητα της κάθε εποχής. Μέσα στο ανακάτωμα συμφερόντων έστω και εξωβαλκανικών παραγόντων ποια κατεύθυνση επικράτησε στη χάραξη της σιδηροδρομικής γραμμής; Αντί να ακολουθήσει τον παραλιακό δρόμο Χαλκιδικής, Φιλίππων, Καβάλας, Κεραμωτής, Πορτο-Λάγο, Μαρώνειας, Ντεντέ-Αγάτς, παίρνει μια απότομη βόρεια κατεύθυνση και διαγράφει μια απόμακρη από τη θάλασσα καμπύλη, ακολουθώντας σύρριζα τις οροσειρές του Μπέλες και της Ροδόπης. Οι τοπικοί πασάδες των φρουριακών ενισχύσεων των φρουρίων ενδιαφερόμενοι για την ασφαλή μετακίνηση των φρουριακών ενισχύσεων φοβούνταν τους ισχυρούς στόλους της Αγγλίας και της Ελλάδας στο Αιγαίο.
Αν προστεθεί και η κακή χάραξη των βορείων συνόρων μας το 1922, η φθίνουσα οικονομική ζωή στη στενή λωρίδα γης στη Ροδόπη και στον Έβρο είναι γεωπολιτικά δεδομένη, ειδικότερα κάτω από τη σημερινή διαμορφούμενη επικίνδυνη και στείρα κατάσταση στη Βαλκανική.
(Σαπτσή = οι Σάπες - Γκιμουλτζίνα=Κομοτηνή, Ντεντέ Αγάτς = Αλεξανδρούπολη.)
(Συνεχίζεται)

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΒΛΑΧΟΦΩΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΞΑΝΘΗ Χαρίκλεια Μαργαριτοπούλου



Θέλω καταρχήν να ευχαριστήσω τον καθηγητή κ. Νικόλαο Ξηροτύρη, Πρόεδρο του Συλλόγου Βλάχων Ν. Ξάνθης, για την τιμή να αναθέσει σε μένα να αναφερθώ στην παρουσία του Βλαχόφωνου Ελληνικού στοιχείου γενικά στον χώρο της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και ιδιαίτερα στην Ξάνθη.
Η αναφορά αυτή στηρίζεται αφενός μεν σε μία σχετική βιβλιογραφική έρευνα αφετέρου δε σ' ένα προσωπικό αρχείο, που ανακάλυψα καταχωνιασμένο και ξεχασμένο σ' ένα παλιό σεντούκι του σπιτιού μου, καθώς σε προφορικές μαρτυρίες αλλά και σε προσωπικές μνήμες και γεγονότα.
Με πολλή συγκίνηση ασχολήθηκα μ' αυτήν την μικρή έρευνα και αφιερώνω την σημερινή παρουσίαση στους πρωτοπόρους προγόνους μας, σαν ένα μικρό μνημόσυνο, έναν ελάχιστο φόρο τιμής σ' αυτούς τους ταπεινούς και απλούς ανθρώπους, που, ξεριζωμένοι από την ιδιαίτερη πατρίδα τους, αναζήτησαν μια καλύτερη ζωή σ' αυτές τις περιοχές.
Ας ξετυλίξουμε λοιπόν το κουβάρι και, σαν παραμύθι, ας κάνουμε μια συνοπτική ιστορική αναδρομή παρακολουθώντας την μεταναστευτική αυτή κίνηση, τα αίτιά της, τον τόπο καταγωγής των μετοίκων, τον χρόνο και τους χώρους επιλογής της εγκατάστασής τους.
Οι περισσότεροι Βλάχοι, που μετανάστευσαν πρώτοι σ' αυτές τις περιοχές, κατάγονται από τα Βλαχόφωνα χωριά του Ανατολικού Ζαγορίου της Ηπείρου, κυρίως από την Λάιστα, το Παλαιοχώρι, το Βρυσοχώρι, το Ηλιοχώρι, την Βωβούσα.
Ακολουθούν οι κάτοικοι: α) των χωριών της Βόρειας Πίνδου, της Αβδέλας, της Σαμαρίνας, του Περιβολιού, της Σμίξης, της Φούρκας, β) των χωριών της Νότιας Πίνδου, του Ασπροποτάμου, (από τα χωριά) του Μαλακασίου, γ) από «την χώρα Μετσόβου», δ) από τα χωριά της βορειοδυτικής Μακεδονίας, Κλεισούρα, Βλάστη, Χρούπιστα, Κρούσοβο και ε) από τα χωριά του Γράμμου, της Κόνιτσας και της Μοσχόπολης.
Οι μέτοικοι έρχονται και εγκαθίστανται εδώ είτε οικειοθελώς είτε κυνηγημένοι, ανάλογα με τις επικρατούσες κατά καιρούς συνθήκες και τα ιστορικά γεγονότα που ελάμβαναν χώρα και επηρέαζαν τις περιοχές τους.

1. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Στα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με τους τιμαριούχους άρχοντες, υπήρχε γενική δυσαρέσκεια στην Ηπειρο. Ετσι όταν εμφανίστηκαν στον Ηπειρωτικό χώρο οι Οθωμανοί, το 1430, και συγκεκριμένα ο αντιπρόσωπος του Σουλτάνου Μουράτ του Δευτέρου, ο Καρά Σινάν πασάς, τον επισκέφθηκε πρεσβεία από το Κεντρικό Ζαγόρι και του παρέσχε τη δυνατότητα διέλευσης προς τα Ιωάννινα με αντάλλαγμα την αυτονομία τους, την αυτοδιοίκηση, την απαλλαγή από τους φόρους και την κατάργηση του τιμαριωτικού καθεστώτος. Ο Καρά Σινάν συναινεί με την εξής προϋπόθεση: να στέλνουν οι Ζαγορίσιοι ετησίως ορισμένο αριθμό ανδρών, για να περιποιούνται τα άλογα και να επισκευάζουν τις άμαξες του αυτοκρατορικού στρατού στην Κωνσταντινούπολη. Τα άτομα αυτά λέγονταν ΒΟΪΝΙΚΕΣ, από το βοϊνίκ που σημαίνει ιπποκόμος.
Στον θεσμό αυτόν εντάσσονται το 1479 και τα χωριά του Βλαχοζάγορου σύμφωνα δε με τον θεσμό αυτό, τα χωριά αυτά ήταν ενταγμένα σ' ένα προνομιακό φορολογικό καθεστώς, που υπαγόταν στο Ταμείο της εκάστοτε μητέρας του σουλτάνου, της Βαλιντέ σουλτάνας. Τα προνόμια αυτά απολάμβαναν το Μέτσοβο, το Περιβόλι και τα άλλα χωριά της περιοχής.
Στις αρχές του 17ου αιώνα ο θεσμός αυτός, της αποστολής δηλαδή των Βοϊνίκων, ατονεί και καταργείται και αντικαθίσταται από τον θεσμό του «κεφαλικού φόρου», που καταβάλλουν οι Ζαγορίσιοι στους Οθωμανούς ενώ ουσιαστικά τα προνόμια παραμένουν, καίτοι άλλαζαν κατά περιόδους μέχρι το 1868.
Οι ετήσιες αυτές μετακινήσεις, στάθηκαν το προδρομικό στάδιο για το μετέπειτα μεταναστευτικό ρεύμα, προς αναζήτηση εμποροβιοτεχνικού βιοπορισμού, όπως αναφέρει ο Αστέριος Κουκούδης στον δεύτερο τόμο της εξαίρετης μελέτης του σχετικά με τις μητροπόλεις και την διασπορά των Βλάχων.
Άλλες αφορμές είναι ενδεικτικά:
. Το 1600-1611, στην Θεσσαλία και στην Ηπειρο, οι ορεινοί πληθυσμοί, κυρίως βλάχοι, ανταποκρίνονται στο κάλεσμα του Μητροπολίτη Τρίκκης, Διονυσίου του Φιλοσόφου, να καταλάβουν τα Ιωάννινα, με άδοξο όμως αποτέλεσμα, ώστε τελικά οι επαναστάτες, κυνηγημένοι, τρέπονται σε φυγή προς την Μοσχόπολη, Θεσσαλία και Ανατολική Μακεδονία.
. Ακολουθεί η γενική πολεμική και επαναστατική αναστάτωση με τη σύγκρουση Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1768 μέχρι το 1774, με αποκορύφωμα τα Ορλωφικά γεγονότα και την καταστροφή της Μοσχόπολης το 1769. Παράλληλα, οι Οθωμανοί καταργούν τα προνόμια και επιβάλλουν πλέον σκληρή φορολογία (το χαράτσι) και αυξάνουν γενικά τις οικονομικές απαιτήσεις τους.
. Οι ληστρικές επιθέσεις Τουρκαλβανών, ιδιαίτερα στα χρόνια της ταυτόχρονης εμφάνισης και κυριαρχίας του Αλή Πασά, οι οποίες ξεκινούν από το 1788 μέχρι τον θάνατο του Αλή Πασά και συνεχίζονται στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης μέχρι και το 1832.
. Η επανάσταση του Ιλιντεν, το 1903, που υποκινήθηκε από τους Βουλγάρους με επίκεντρο το Κρούσοβο.
. Οι διωγμοί των Χριστιανών από την Ανατολική Ρωμυλία και το Αχρί Τσελεμπί, που άρχισαν το 1885, όταν οι περιοχές αυτές προσαρτήθηκαν στη Βουλγαρία και που κορυφώθηκαν το 1906.
. Η χάραξη νέων συνόρων το 1912 και η παραχώρηση του Μοναστηρίου και του Κρούσοβου στην Σερβία.
. Οι ληστρικές επιθέσεις Χριστιανών ληστών στις αρχές του 20ου αιώνα.
. Η απελευθέρωση της Θράκης το 1919 και η ένωσή της με την Ελλάδα.
. Σημαντικό ρόλο για τις μετακινήσεις αυτές κατέχει και η μορφολογία του εδάφους. Τα χωριά αυτά είναι κτισμένα σε δυσπρόσιτες πλαγιές της Πίνδου και όπως πολύ παραστατικά αναφέρει ο Ιωακείμ Μαρτινιανός, Μητροπολίτης Ξάνθης, στο βιβλίο του «Συμβολαί εις την ιστορίαν της Μοσχοπόλεως», σε απόκεντρα κρησφύγετα, εις οροπέδια πολλάκις υψηλά και μαγευτικότατα με προτίμηση να περιστέφωνται ταύτα πανταχόθεν υπό υψωμάτων και επομένως η καλλιέργεια και η εκμετάλλευση της γης είναι πολύ περιορισμένες. Οι κάτοικοι των χωριών των Γρεβενών, Μετσόβου, Γράμμου, Καστοριάς ασχολούνται περισσότερο με την κτηνοτροφία και είναι στην πλειοψηφία τους, ημινομάδες. Το καλοκαίρι δηλαδή μένουν στα χωριά τους και τον χειμώνα κατεβαίνουν στα χειμαδιά της Θεσσαλίας. Υπάρχουν βέβαια και οικογένειες που ασχολούνται με το εμπόριο, που δημιουργούν μικρές βιοτεχνίες ενώ υπάρχει και η τάξη των μεταφορέων (των κυρατζήδων) με τα καραβάνια, τα οποία αποτελούνται από 100 και 200 ζώα. Από την τάξη αυτή, των κυρατζήδων, που μετέφεραν μετοίκους, εμπορεύματα και προμήθειες προέκυψαν αργότερα οι έμποροι. Στα χωριά του Ζαγορίου οι κάτοικοι είναι κατεξοχήν μόνιμοι, έχουν περιορισμένη αγροκτηνοτροφική οικονομία, η καλλιεργήσιμη γη είναι ελάχιστη κι έτσι, πολύ νωρίς, αναζητούν διέξοδο στην ξενιτιά.
. Ο υπερπληθυσμός των χωριών αυτών, που οφείλεται και στην συνένωση μικρών οικισμών, ήταν μια άλλη αιτία μετανάστευσης. Ο τόπος δεν τους χωρούσε πια. Οι Wace και Thompson, αναφέρουν ότι σύμφωνα με τις παραδόσεις, η Σαμαρίνα ανάμεσα στο 1769-1832 είχε φτάσει στο σημείο να έχει 15.000 κατοίκους. Ο Αραβαντινός γράφει ότι η Αβδέλα, το 1856 είχε περίπου 450 οικογένειες. Η Λάιστα κατά τον Pouqueville, το 1870, είχε 3.500 κατοίκους.
. Αλλα αίτια είναι οι επιδημίες πανώλης και χολέρας, διάφορα φυσικά φαινόμενα, όπως σεισμοί και κατολισθήσεις.

2. ΧΩΡΟΙ ΜΕΤΟΙΚΕΣΙΑΣ
Όπως είδαμε τα αίτια της μετανάστευσης και της μετοικεσίας είναι πολλά. Αυτό που αναζητούν είναι να βρουν προνομιακούς χώρους, για ν' ασκήσουν δραστηριότητες, εμπορικές κυρίως, με σκοπό την δυνατόν ταχύτερη απόκτηση οικονομικής επιφάνειας.
Οι περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης είναι ήδη γνωστές, μια που από τον 15ο και 16ο αιώνα διασχίζονται από τους Ζαγορίσιους Βοϊνίκους για να φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, όταν καταργείται ο θεσμός των Βοϊνίκων, οι κάτοικοι του Βλαχοζάγορου και των χωριών των Γρεβενών επιλέγουν σαν χώρους εγκατάστασης τις εύφορες πεδιάδες των περιοχών αυτών. Οι περιοχές αυτές απετέλεσαν για τους ορεσίβιους αυτούς κατοίκους την Εδέμ, γιατί εκτός του ότι ήταν εύφορες, ήταν και περάσματα για να φτάσει κανείς στα μεγάλα αστικά κέντρα, την Αδριανούπολη, Κωνσταντινούπολη, Φιλιππούπολη καθώς τα διέσχιζε η Εγνατία Οδός. Η Θράκη, ήταν η ενδοχώρα της Κωνσταντινούπολης και αποτελούσε ένα μωσαϊκο εθνοτήτων. Χριστιανοί, Εβραίοι, Βούλγαροι, Αρμένιοι συνδιαλέγονται και κρατούν το εμπόριο στα χέρια τους μια που οι Οθωμανοί, τιμαριούχοι και τσιφλικάδες όντες, δεν ασχολούνται μ' αυτό.
Τα μεγάλα καραβάνια που ξεκινούσαν από την ιδιαίτερη πατρίδα των μετοίκων διέσχιζαν μία ορισμένη ορεινή διάβαση, μια παραεγνατία οδό και η διάρκεια του ταξιδιού ήταν ανάλογη, περίπου 30 ημέρες.
Αν παρακολουθήσουμε τον χάρτη του Ζαγορίου και ακολουθήσουμε την διαδρομή, που και σήμερα ανήκει στο οδικό δίκτυο, που συνδέει τα Γιάννενα με τα Ζαγοροχώρια μέχρι τα Γρεβενά, θα δούμε ότι συγκεκριμένα στις περιοχές αυτές της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και ιδιαίτερα της Ξάνθης έχουμε κυρίως μετοίκους από το Ανατολικό και Κεντρικό Ζαγόρι και τα χωριά των Γρεβενών. Ετσι, γίνεται φανερό ότι ο ένας παρέσυρε τον άλλον.
Στον τόπο επιλογής τους δημιουργούνται εστίες, πυρήνες, σαν μικρές αποικίες που ανάλογα με τις συνθήκες υποδέχονται νέα κύματα μεταναστών.
Ετσι έχουμε παρουσίες στο Δοξάτο, Αγιο Αθανάσιο, Χωριστή, Προσοτσάνη, Νικηφόρο, Δράμα, Καβάλα, Χρυσούπολη, Γενισέα, Αβδηρα, Βαφέικα, Ευλαλο, Ξάνθη, Ιασμο, Σάππες, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη, Σώστη, Ανθεια, Φέρρες, Σουφλί, Διδυμότειχο, Ανδριανούπολη, Καλλίπολη, Ραιδεστό, Κωνσταντινούπολη καθώς και σε περιοχές του Αχρί Τσελεμπί, το Πασμακλί, Μελένικο, Ράικοβο, Φάτοβα.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, πρωτοπόροι αυτών των μεταναστευτικών κινήσεων από τα μέσα του 18ου αιώνα φαίνεται να είναι κυρίως κάτοικοι της Λάιστας. Το 1992 βρέθηκα στο Σμόλιαν - πρώην Πασμακλί- της Βουλγαρίας και εκεί συναντήθηκα με συγγενείς μου, Λαϊστινούς απογόνους μετοίκων, που επιβεβαίωσαν την παρουσία τους από το 1770 περίπου.
Στις αρχές του 20ου αιώνα είναι μόνο στην περιοχή της Ξάνθης περίπου 80-100 οικογένειες Λαϊστινών, πολύ λιγότερες από Σαμαρίνα και Αβδέλα.
Σε πολλές περιπτώσεις είναι οι πρώτοι Χριστιανοί που εγκαταστάθηκαν, σαν δραστήριοι εμποροβιοτέχνες και μάλιστα σε περιοχές που κατοικούσαν αποκλειστικά Οθωμανοί, όπως στο Σαρή Σαμπάν, Κεραμωτή, Καγιά Μπουνάρ (Πετροπηγή), Κύργια και Άγιο Αθανάσιο Δράμας.
Στον τρίτο τόμο των Προξενικών Αρχείων Θράκης, του Πέτρου Γεωργαντζή, ο Γενικός Επιθεωρητής Σχολείων, Δημήτριος Σάρος, στις 30 Απριλίου 1906, αναφέρει ότι στα 18 χωριά της περιοχής της Χρυσούπολης είναι εγκατεστημένοι παντοπώλες Βλαχόφωνοι Ελληνες Ηπειρώτες, ιδιοκτήτες κτηματικής περιουσίας και ότι το Σαρή Σαμπάν προοδεύει με την ανέγερση νέων οικοδομών και την εγκατάσταση καθημερινά περισσότερων Βλαχόφωνων Ηπειρωτών. Και συνεχίζει.«Η Ελληνική Κοινότης ήρχισε να καταρτίζεται το 1884, ότε εκτίσθη και η ημετέρα κομψή Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, δαπάνη και φροντίδι κυρίως Ηπειρωτών (Λαϊστινών) απάντων σχεδόν παντοπωλών. Ως διδακτήριο χρησιμεύει ένα δωμάτιο που παραχωρεί στο χάνι του ο Λαϊστινός Παπαδόπουλος. Στη Δράμα, αναφέρει πάλι ο Σάρος, τον Μάρτιο του 1906, είναι εγκατεστημένοι περίπου 100 Κρουσοβίτες κι ότι στους 3.203 Έλληνες οι 1.500 είναι παρεπιδημούντες Ελληνόβλαχοι.
Ο ξενιτεμός, ξεκινά από την τρυφερή ηλικία των οκτώ, δέκα και δεκαπέντε ετών και στην αρχή οι μέτοικοι γίνονται μπακαλόπαιδα, παιδιά για θελήματα, σε ξένες δουλειές για να μάθουν πρώτα να εκτιμούν «το ξένο ψωμί». Συγχρόνως μαθαίνουν και γράμματα.
Σιγά σιγά, δημιουργούν δικές τους δουλειές, επιχειρήσεις, συνεταιρισμούς, επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους και σε άλλες περιοχές εκτός των ορίων του Νομού Ξάνθης, γίνονται αρτοποιοί, εστιάτορες, παντοπώλες, οπλουργοί και μαχαιροποιοί, αργυραμοιβοί, χρυσοχόοι, πανδοχείς, ξενοδόχοι, δημιουργούν σησαμοτριβεία, γίνονται μυλωνάδες, αλευροβιομήχανοι και ιδρύουν τους πρώτους κυλινδρόμυλους, όπως ο Χριστόφορος Ποάλας, Νίκος Χαληγιάννης και ο Ευάγγελος Μπλέτσας στην Κομοτηνή, οι Ιωάννης Σούρης και Νικόλαος Σαφαρίκας στην Χρυσούπολη και στην Καβάλα. Ασχολούνται με τις εισαγωγές εμπορευμάτων και το καπνεμπόριο, ανοίγουν κινηματογραφικές αίθουσες. Συναλλάσσονται με Οθωμανούς, με τους οποίους διατηρούν πολύ καλές σχέσεις, με άλλους Ηπειρώτες συμπατριώτες, με Εβραίους, Αρμένιους, Βουλγάρους, σ' όλη τη Θράκη και Ανατολική Μακεδονία, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Γρεβενά, Πασμακλί, Μελένικο, Ράικοβο, Φάτοβα, Μοναστήρι, Σιδηρόκαστρο, όπως όλα αυτά αποδεικνύονται και από τα εμπορικά βιβλία και κατάστιχα της εποχής, που έχω στην κατοχή μου και που χρονολογούνται από το 1897 καθώς και από ομόλογα και συμφωνητικά, που ξεκινούν από το 1864.
Οι μεταρρυθμίσεις που επιφέρει το Τανζιμάτ (δηλαδή νεότεροι νομικοί κανόνες κατά μίμηση της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας, σε αντίθεση με το δίκαιο που πηγάζει από το Κοράνι), ξεκινούν από το 1856 και καταργούν στην αρχή το τιμαριακό καθεστώς και δίνουν τη δυνατότητα στους Χριστιανούς υπηκόους να αποκτούν πλέον ιδιοκτησία. Αγοράζουν γη, χτίζουν σπίτια, δικά τους χάνια (με φούρνο και μαγαζί) όπως ονειρεύονταν. Ανεγείρουν ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα με καταστήματα και καπναποθήκες.
Μόνο στην Ξάνθη, υπήρχαν 10-15 περίπου πανδοχεία και ξενοδοχεία Λαϊστινών. Σε δύο απ' αυτά, που σώζονται μέχρι σήμερα, μπορεί να διαβάσει κανείς, ακόμη και τώρα, τις κτητορικές μαρμάρινες πλάκες: «Αδελφοί ΛαλαΖΗΣΗ, εξ Ηπείρου, 1880» και αντίστοιχα: «ο Δημήτριος Μοράβας-Μαργαρίτης Ιωάννου, Ηπηρώται, έτος 1880». Η Ξάνθη, με την ανάπτυξη της καλλιέργειας και επεξεργασίας του καπνού και την δημιουργία του Μονοπωλίου του καπνού, με έδρα την Κωνσταντινούπολη το 1884, την κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου, διανύει την χρυσή της εποχή στο τέλος του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Εξάλλου εδώ καλλιεργείται ο περίφημος αρωματικός καπνός, ο μπασμάς, γνωστός με το όνομα Κιρέτσιλερ.
Η ανοδική αυτή πορεία, ανακόπτεται όταν ο Βουλγαρικός στρατός, στις 8 Νοεμβρίου του 1912 καταλαμβάνει τη Δυτική Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία. Στη διάρκεια αυτής της κατοχής, που κρατά μέχρι τις 12 Ιουλίου 1913, οι Χριστιανοί υπέστησαν πολλά δεινά, διώκονται, συλλαμβάνονται, φυλακίζονται, οδηγούνται όμηροι στη Βουλγαρία. Στη Δράμα και στο Δοξάτο, μεταξύ των σφαγιασθέντων, είναι και Βλαχόφωνοι Έλληνες, στη Χρυσούπολη, δολοφονείται από τους Βουλγάρους, ο Λαϊστινός Θεόδωρος Σαχρόνης. Μεταξύ των ομήρων είναι από την Ξάνθη, ο έμπορος και κτηματίας, Γεώργιος Λαλαζήσης, ο Παναγιώτης Μπαρτζόπουλος και ο Γεώργιος Χούλας από την Αβδέλα. Από την Κομοτηνή, ο Λαϊστινός, Χριστόφορος Ποάλας, ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου «Κωνσταντινούπολης» και από τα χωριά της Κόνιτσας ο Μπλέτσας Ευάγγελος, πατέρας του πρώην Δημάρχου Κομοτηνής, Δημητρίου Μπλέτσα, οι Λαϊστινοί, Νικόλαος και Αλέξιος Αλεξίου από τα Κιμμέρια Ξάνθης.
Στις 13 Ιουλίου 1913 η Ξάνθη απελευθερώνεται πριν όμως προφτάσει να πανηγυρίσει την απελευθέρωσή της, στις 28 Ιουλίου του 1913, όλη η Δυτική Θράκη μέχρι τον Νέστο, εκτός από την περιοχή της Σταυρούπολης, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, παραχωρείται στους Βουλγάρους. Οι κάτοικοι εγκαταλείπουν την πόλη κι όσοι μένουν, φυγαδεύουν τις οικογένειές τους πέρα από τον Νέστο, στη Χρυσούπολη, Καβάλα, Δράμα, Θεσσαλονίκη καθώς και στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Αυτοί που παρέμειναν είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν φόρους δυσβάστακτους. Ορισμένοι συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους σε άλλες πόλεις.
Στις 4 Οκτωβρίου του 1919 η Ξάνθη απελευθερώνεται από τον Βουλγαρικό ζυγό. Η 9η μεραρχία, που εισέρχεται νικηφόρα στην πόλη, υπό τις διαταγές του στρατηγού Λεοναρδόπουλου, αποτελείται από Ηπειρώτες στρατιώτες. Μεταξύ αυτών είναι και οι Λαϊστινοί, κάτοικοι Ξάνθης πριν τον πόλεμο, Ξάνθης, Νικόλαος Αλεξίκος, Στέργιος Παπαστεργίου, Γεώργιος Γούσιος, Σπύρος Καπετάνης, Ιωάννης Μαργαριτόπουλος, Εμμανουήλ Νούσης, που υπηρέτησαν επί επτά χρόνια στον ελληνικό στρατό.
Με την απελευθέρωση της Ξάνθης, της Κομοτηνής και της Αλεξανδρούπολης, την αποχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων, την οριστική προσχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, με την συνθήκη των Σεβρών, το 1920, επιστρέφουν όσοι είχαν εγκαταλείψει αυτές τις περιοχές και εγκαθίστανται περισσότεροι βλαχόφωνοι και από άλλες περιοχές.
Οι περισσότεροι πρέπει να ξαναρχίσουν από την αρχή, να ξαναχτίσουν τα γκρεμισμένα σπίτια τους, να ξαναστήσουν τις επιχειρήσεις τους. Τα πράγματα βέβαια έχουν αλλάξει πολύ. Η μικρασιατική καταστροφή που ακολουθεί φέρνει κύμα προσφύγων, οι συνθήκες διαφοροποιούνται, η χρυσή εποχή της Ξάνθης είναι πια παρελθόν, μια που έχει δημιουργηθεί οικονομικό χάος. Η νέα τους δραστηριοποίηση προχωρεί αργά και δύσκολα, για να ανακοπεί και πάλι με την έναρξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Η κατοχή αυτών των περιοχών από τους Βουλγάρους είχε αρνητικό αντίκτυπο σε όλους τους κατοίκους. Πολλοί φεύγουν και ορισμένοι απ' αυτούς δεν ξαναγυρνούν. Δεν επιστρέφουν στις γενέτειρές τους, μια που ο εμφύλιος πόλεμος, που ακολουθεί ερημώνει τα χωριά και επιλέγουν μεγαλύτερα αστικά κέντρα. Η γερμανική κατοχή είχε συντελέσει στη φυγή των κατοίκων αυτών των μητροπόλεων, αφού ο γερμανικός στρατός είχε φτάσει στα δυσπρόσιτα αυτά χωριά και είχε κάψει τα περισσότερα σπίτια.

3. Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΒΛΑΧΟΦΩΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗ.
Οι πρώτες γενιές των μετοίκων αγωνίζονται να δημιουργηθούν, δουλεύουν σκληρά, κάνουν αιματηρές οικονομίες κι έτσι δίνουν την δυνατότητα στις επόμενες γενιές να στραφούν πλέον στις σπουδές. Αρκετοί φοιτούν στα Πανεπιστήμια των Αθηνών, της Κωνσταντινούπολης και της Ευρώπης. Γίνονται γιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, καθηγητές, δάσκαλοι, δημόσιοι και τραπεζικοί υπάλληλοι. Ήδη το 1897 ο Λαϊστινός γιατρός, Γεώργιος Μέρτζος, ασκεί την ιατρική στην Ξάνθη καθώς επίσης ο Νικόλαος Ιωαννίδης το 1910 από το Βρυσοχώρι. Στη Χρυσούπολη ο Ιωάννης Σαφαρίκας το 1898, ο δημαρχιακός γιατρός Αντώνιος Ράπτης το 1906 καθώς και ο Οικονομίδης όλοι από την Λάιστα ασκούν την ιατρική στην Χρυσούπολη.
Για αρκετά χρόνια οι μέτοικοι αποτελούν μία κλειστή κοινωνία. Σιγά σιγά αρχίζουν να συμμετέχουν στην κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική ζωή των πόλεων και κωμοπόλεων όπου ζουν.
Το 1909 ιδρύεται ο Σύλλογος Λαϊστινών Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης με έδρα την Καβάλα, του οποίου κύριος σκοπός ήταν η αλληλοβοήθεια των ξενιτεμένων αλλά και κάθε είδους βοήθεια και μέριμνα για την ανάπτυξη της γενέτειρας.
Κυρίως, μετά την απελευθέρωση της Θράκης το 1919 αρχίζει και η συμμετοχή τους στα κοινά. Το 1919 ο Θεόδωρος Παυλίδης από την Λάιστα γίνεται μέλος της Δημογεροντίας του Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολης). Στην Κομοτηνή επί 33 χρόνια ο Δημήτριος Μπλέτσας καταγόμενος από τα χωριά της Κονίτσης εκλέγεται Δήμαρχος. Στο Σαπσί (Σάππες) στην δεκαετία του '30 ο Στέργιος Παπαστεργίου εκλέγεται πρόεδρος και αφήνει πίσω του ένα σημαντικό έργο. Προς τιμήν του οι Σαππαίοι έδωσαν σ' ένα δρόμο της κωμόπολής τους τ' όνομά του καθώς και σαν αναγνώριση της προσφοράς των Λαιστινών, υπάρχει η οδός Λαϊστης. Στην Ξάνθη, στον Γεώργιο Λαλαζήση του Αλεξίου ανατίθεται η διεύθυνση των οικονομικών από τον Φρανσέ ντ' Εσπεραί, τον ανώτατο Γάλλο στρατιωτικό Διοικητή, το 1919. Είναι ο ίδιος που είχε οδηγηθεί όμηρος στην Βουλγαρία το 1913. Το 1924 για ένα χρόνο χρημάτισε δήμαρχος Ξάνθης και έφορος σχολείων και εξελέγη βουλευτής με το κόμμα των φιλελευθέρων. Αργότερα έγινε στέλεχος του Εθνικού Ριζοσπαστικού κόμματος που ίδρυσε ο Γεώργιος Κονδύλης και επανεξελέγη βουλευτής το 1935.
Το 1930 ο Ζήσης Παπαθανασίου γίνεται διευθυντής της Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών Τοξοτών, το 1939 πρόεδρος του ορειβατικού Συνδέσμου και το 1940 εκδίδεται το μυθιστόρημά του «ένα νευρωτικό κορίτσι». Αργότερα δίδαξε σε σχολή κινηματογράφου στην Αθήνα. Εντωμεταξύ στην Χρυσούπολη γεννήθηκε ο Μαργαρίτης Καστέλλης γνωστός μουσικοσυνθέτης και στην Καβάλα ο Τζον Λιτερίνας, ζωγράφος. Όλοι αυτοί κατάγονται από την Λάιστα.
Ο Εμμανουήλ Δαλιάνης, επίσης Λαϊστινός, χρημάτισε πρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου Ξάνθης, λίγο πριν από τον πόλεμο του '40 και μετά την απελευθέρωση του 1945.
Το 1935 τοποθετείται ως Μητροπολίτης Ξάνθης και Περιθεωρίου, ο Ιωακείμ Μαρτινιανός, γεννημένος στη Μοσχόπολη το 1875. Στις 6 Απριλίου του '41, μέρα κήρυξης του πολέμου, φεύγει από την Ξάνθη και επιστρέφει το 1945, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του το 1953. Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, που αφορούσε την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Μοσχόπολη.
Φτάνοντας στην μεταπολεμική περίοδο το 1944 με 1945 διορίζεται πρόεδρος της κοινότητας Χρυσούπολης, ο Δημήτριος Γουβίτσας και το 1950 με 1952 εκλέγεται πρόεδρος ο Αθανάσιος Παπαθανασίου και οι δυο καταγόμενοι από τη Λάιστα.
Ο σημερινός πρόεδρος του Συλλόγου Ηπειρωτών Χρυσούπολης, Χρήστος Γκόρδης, που κατάγεται από την Λάιστα, εκλέγεται επί 4 θητείες δημοτικός σύμβουλος και προεδρεύει του Δημοτικού συμβουλίου για 8 χρόνια. Στην Αλεξανδρούπολη, στην δεκαετία του 1960, εκλέγεται πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου και διορίζεται πρόεδρος του κρατικού νοσοκομείου, ο Δημήτριος Παυλίδης από την Λάιστα. Ο Νικόλαος Κουκουράβας, από το Βρυσοχώρι, εκλέγεται δήμαρχος για 2 θητείες. Στην Ξάνθη, για 3 θητείες από το 1978 μέχρι το 1990 εκλέγεται δήμαρχος ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Μπένης, με καταγωγή από την Αβδέλα. Επί σειρά ετών εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος, ο Αντώνιος Τσαβδάρης από την Λάιστα. Και οι δύο ήταν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές του Ορφέα Ξάνθης.
Σήμερα, οι απόγονοι των πρώτων μεταναστών-μετοίκων, που γεννήθηκαν στην Ξάνθη καθώς και άλλοι απόγονοι που εγκαταστάθηκαν εδώ, μετέχουν ενεργά στα κοινά της πόλης. Γίνονται πρόεδροι επιστημονικών, πολιτιστικών συλλόγων και οργανισμών.
Στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, διδάσκουν καθηγητές βλαχικής καταγωγής, όπως στην Ιατρική, ο καρδιολόγος κ. Χατσέρας, στην Νομική οι κ Χελιδώνης και Χαραλαμπάκης, στο τμήμα Εθνολογίας ο κ. Νικόλαος Ξηροτύρης, στο Πολυτεχνείο οι κ. Στέργιος Λιόλιος, Παναγιώτης Μυλωνάς, Ιωάννης Σούλης.
Υπάρχουν βέβαια και ευεργέτες, επώνυμοι και ανώνυμοι. Η οικογένεια Παπαρρώση, καταγόμενη από την Αβδέλα, με μεγάλη κτηματική περιουσία, δωρίζει αρκετά εκατομμύρια και κτίζεται μια νέα πτέρυγα στο Γηροκομείο Ξάνθης. Επίσης ανώνυμα, έχουν προσφερθεί μεγάλα χρηματικά ποσά που ανέρχονται σε εκατομμύρια, τόσο στην Μητρόπολη Ξάνθης όσο και στο Πατριαρχείο.
Παρά την μακρόχρονη παραμονή τους στα ξένα, οι δεσμοί των μετοίκων με την ιδιαίτερη πατρίδα τους παραμένουν στενοί και άρρηκτοι, είναι δεμένοι μ' αυτόν σαν τον ομφάλιο λώρο και δεν αποκόπτονται εύκολα, ακόμη δε και σε αυτοκρατορικούς τίτλους ιδιοκτησίας, αναγράφουν με υπερηφάνεια τον τόπο καταγωγής τους «εξ Ηπείρου». Οι περισσότεροι τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, εξακολουθούν να είναι γραμμένοι στις κοινότητές τους, έτσι ιδιαίτερα στα χρόνια της τουρκοκρατίας, πλήρωναν φόρους τόσο στα χωριά τους όσο και στον τόπο των εμπορικών τους δραστηριοτήτων.
Στέλνουν χρήματα στις οικογένειές τους, προμήθειες, διαθέτουν κεφάλαια στις κοινότητές τους, χρηματοδοτούν και συντηρούν τα σχολεία τους, προικοδοτούν άπορα και ορφανά κορίτσια, κτίζουν περικαλλείς ναούς και σπίτια αρχοντικά.
Έτσι η γόνιμη οικονομική και πνευματική ζωή που καταμαρτυρείται σ' αυτούς τους πανέμορφους ορεινούς οικισμούς, ιδιαίτερα στο Ζαγόρι, ίσως να μην είχε αναπτυχθεί αν οι ξενιτεμένοι δεν στήριζαν την οικονομία της πατρίδας τους με πλούσια εμβάσματα και κληροδοτήματα. Κρατούν επίσης τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας τους και τα μεταλαμπαδεύουν στα παιδιά τους. Το «δημώδες, λατινόφωνο γλωσσικό τους ιδίωμα», όπως το αναφέρει ο Μαρτιμιανός, με το πέρασμα των χρόνων σχεδόν χάνεται. Σ' αυτό συνετέλεσε η συμβίωση μ' ελληνόφωνους, η ρουμανική προπαγάνδα, η πύρινοι λόγοι του Κοσμά του Αιτωλού και οι επιγαμίες.
Κυρίες και κύριοι, το θέμα είναι ανεξάντλητο. Προσπάθησα, όσο μπορούσα πιο σύντομα και συνοπτικά, να αναφερθώ, στην παρουσία των Βλαχόφωνων στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη και ιδιαίτερα στην Ξάνθη.
Ανακεφαλαιώνοντας και αποτιμώντας την παρουσία τους και την προσφορά των Βλαχόφωνων, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα και υπερηφάνεια ότι: Η παρουσία του Βλάχικου στοιχείου, ανάμεσα σ' ένα μωσαϊκό πολλών κοινοτήτων, συνέβαλε σημαντικά στον εκχριστιανισμό και εκπολιτισμό ιδιαίτερα ορισμένων περιοχών, συνετέλεσε ουσιαστικά στην πληθυσμιακή αύξηση, στην ενδυνάμωση και τον σχηματισμό της Ελληνικής αστικής τάξης, συμμετείχε σημαντικά στην μεγάλη ανάπτυξη του εμπορίου.
Η λαϊκή μούσα τραγούδησε με ανεπανάληπτο και μοναδικό τρόπο τους καημούς και τον πόνο της ξενιτειάς και του χωρισμού και θα 'θελα να κλείσω την παρουσίαση αυτή με μια ζωντανή ανάμνηση, όταν τις γιορτές και τις Κυριακές και στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις αντάμωναν οι ξενιτεμένοι, συγγενείς και φίλοι, και αφού έτρωγαν και έπιναν, άρχιζαν το τραγούδι, και συνήθως μ' αυτό που ταιριάζει και στην σημερινή μας συνάντηση:


«Καλώς ανταμωθήκαμαν εμείς οι ντερτιλήδες,
να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας.
Η ξενιτειά έχει βάσανα, η ξενιτειά έχει πίκρες
κι ο ζωντανός ο χωρισμός, παρηγορία δεν έχει.
Τούτον τον χρόνο τον καλό, τον άλλο ποιος το ξέρει,
για ζούμε, για πεθαίνουμε,
για σ' άλλους τόπους πάμε».


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Βλαχόπουλου Ιορδάνη: «Σαρί-Σαμπάν-Σαπαίοι-Χρυσούπολης», (1990),
2. Γεωργαντζή Α. Πέτρου: Θρακικός Αγώνας 1912-1920, (1993),
3. Γεωργαντζή Α. Πέτρου: Προξενικά Αρχεία Θράκης, (1993),
4. Δαλκαβούκης Κ. Βασιλείου: Μετοικκεσίες Ζαγορισίων (1750-1922), (1999),
5. Εξάρχου Θωμά: Οι Ηπειρώτες στην Ξάνθη, (2002),
6. Εξάρχου Θωμά: Καπναποθήκη του Οθωμανικού Μονοπωλίου Ξάνθης, (1999),
7. Εξάρχου Θωμά: Οι Δημοτικές Εκλογές Αυγούστου 1929 στην Ξάνθης: Μία αναφορά, (1999),
8. Κουκούδη Αστέριου: Οι μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων, τόμος Β΄, (2000),
9. Μαρτινιανού Ιωακείμ: Συμβολαί είς την ιστορίαν της Μοσχοπόλεως, (1939),
10. Μέρτζου Α. Γεωργίου: Λάϊστα Ζαγορίου Ιωαννίνων, (1991),
11. Τερζή Δ. Αντωνίου: Αλεξανδρούπολη, Ιστορικά Ανάλεκτα, (2004),
12. Χατζόπουλου Κωνσταντίνου: Η Θράκη από την Οθωμανική Κατάκτηση ως την Συνθήκη της Λωζάννης-Περιοδικό Προσέγγιση-6ο Παγκόσμιο Συνέδριο Θρακών, (τεύχος 118, Φεβρ. 2004),
13. Ριζαρείου Ιδρύματος: Ζαγορισίων Βίος, (2004).
14. Μαργαριτοπούλου Χαρίκλεια: Προσωπικό αρχείο.

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΟΣ ΒΛΑΧΟΥ ΑΠ'ΤΗ ΛΑΙΣΤΑ

Όταν πρωτοήρθα στη Λάϊστα ( γύρω στα 1980) ,οι ντόπιοι ( βλάχοι οι περισσότεροι) όταν άκουσαν Μπέζας όλοι τους είχαν να πουν και από μια ιστορία.

Άμα ανέβεις απάνω στα βουνά θα δεις το όνομα Μπέζας πολλές φορές γραμμένο με τσεκούρι πάνω στα έλατα μου είπε o μπάρμπα –Γιώργης.

Ενώ υπήρχαν διαφορετικές εκτιμήσεις για το που είχαμε στημένα τα κονάκια ,στη «τσούκα ρόσια»; (κόκκινη κορυφή) ή στη «πάντια ατσά μάρα»; (μεγάλη πεδιάδα) Όλοι τους συμφωνούσαν ότι : «ντι καένιγι αλ’ Μπέζα στι σκάπε ντουμουτζαέλου». (από τα σκυλιά τού Μπέζα να σε φυλάξει ο Θεός)

Εδώ λοιπόν είναι οι ρίζες μας.

Όταν ο γενάρχης Μπέζας με τα δυο αρσενικά παιδιά του τον Πήλιο και τον Γιαννάκη και τα οκτώ αρσενικά εγγόνια του (Τάκε ,Γιαννάκη και Ηλία ) του Πήλιου και (Τόλη, Πηλιώκα, Ζήκα, Κουτέλη και Τούσια ) του Γιαννάκη γύρω στα 1800,έστηναν τα κονάκια τους όπου έβρισκαν βοσκές για τα χιλιάδες γιδοπρόβατά τους.

Το δικό μου κλαδί είναι ο Τάκε που ένα από τα τέσσερα αγόρια του(Τούσιας,Κώστας,Νικολάκης,Τσίλες) ο Κώστας είναι ο παππούς μου.

.

Αυτά τα βλαχοχώρια Λάιστα ,Βοβούσα, Ελατοχώρι, Δίστρατο, Άρματα , Πάδες, Παλιοσέλι, Ζγκαρμπάνι, Κεράσοβο, Επταχώρι, Πεντάλοφο, Φούρκα και Σαμαρίνα που βρίσκονται στο δυτικό μισό τρίγωνο (Κόνιτσας –Μετσόβου – Γρεβενών) βρίσκονται γραμμένα στις ταυτότητες των παππούδων και των πατεράδων μας σαν «τόπος γεννήσεως», μα πιο πολύ μέσ’ την καρδιά τους.

Έτσι έφτιαξα στη Λάϊστα ένα μικρό καταφύγιο σαν ορμητήριο για τα βουνά και τα λαγκάδια της Πίνδου.

Για να γνωρίσουμε κι’εμείς τα μέρη που για πάνω από διακόσια χρόνια έχουν περπατήσει σπιθαμή προς σπιθαμή οι παππούδες μας .

Να ξαναζωντανέψουμε τις ιστορίες που μας έχουν διηγηθεί .

Και να ξαποστάσουμε πίνοντας γάργαρο νερό από τις βρυσούλες που από αυτούς έχουν φτιαχτεί.κ.ΜΠΕΖΑΣ

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Η πρώτη φορά

Ήταν βράδυ του Σεπτέμβρη όταν ήρθα για πρώτη φορά .Η προσμονή μου για τη Λάιστα ήταν μεγάλη .Ο Νίκος είχε περιγράψει το μέρος με ασυνήθιστες λεπτομέρειες , αλλά και με μεγάλη περιγραφική δεινότητα.Η εντύπωσή που είχα στο μυαλό μου ήταν, ότι σίγουρα, θα αντικρύσω κάτι λιγότερο εκπληκτικό .Το πρωί, αυτό που αντίκρυσα, ήταν σίγουρα κάτι περισσότερο εκπληκτικό απ'αυτό που φανταζόμουν.Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά.

Καλλιέργιαι εις την συνοικία των Ταξιαρχών.

Αι καλλιέργιαι αι οποίαι ευδοκιμούν είναι, τα φασόλια γίγαντες εκλεκτής ποιότητας, τριφύλια και κτηνοτροφικά μπιζέλια δια κτηνοτροφές, αρωματικά φυτά, όπως είναι η αμπαρόριζα, η μέντα, το χαμομήλι και τα συναφή, αρωματικές τριανταφυλλιές δια την παραγωγήν ροδελαίου κλπ. Εις τα πλαγιάς των ανωτέρω εκτάσεων, αίτινες δεν προσφέρονται δι'αρδευτικάς καλλιέργειας, είναι δυνατόν να γίνουν δενδροφυτίες με καρυδιές, φουντουκιές και καστανιές, αι οποίαι ευδοκιμούν εις μέγιστο βαθμό.(Μελέτη οικονομικής ανάπτυξης από την '' Αδελφότητα Λαιστινών'' από το βιβλίο Γ.Μέρτζιου ΛΑΙΣΤΑ Ζαγορίου Ιωαννίνων)

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Ευχαριστίες για το φωτογραφικό υλικό

Οφείλουμε να ευχαριστήσουμε τις οικογένειες των κ.Ποάλα,Κάσσου,Μέμου,Ντάφη,Τάφα,Σαχρώνη,Γρίβα,Καρβούνη,Παυλίδη,Πιπίκου,Βέη που συνεργάστηκαν στην δημιουργία του φωτογραφικού αρχείου της Λάιστας ,πρωτοβουλία που ανέλαβε να οργανώσει ο Ε.Ο.Σ. Λάιστας με την δική μας συνδρομή,το καλοκαίρι πριν δύο χρόνια.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

ΕΔΩ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΔΙΑΦΟΡΑ

Η σύγκριση με τα άλλα Ζαγοροχώρια είναι αναπόφευκτη.Σ΄όλα τα χωριά του ορεινού όγκου των Ζαγορίων, το Βουνό βρίσκεται πάνω από τα κεφάλια των επισκεπτών του.Η ανθρώπινη ύπαρξη συρικνώνεται και τείνει να εκμηδενιστεί, συγκρινόμενη με την μεγαλειότητα του όγκου.Στην Λάιστα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.Καταξιώνεται ο δεσμός του ανθρώπινου στοιχείου με την φύση ,καθότι οι αναλογίες των αποστάσεων του χωριού από τα Τύμφη Όρη και των γύρω ορεινών όγκων τοποθετούν τον επισκέπτη στην κορυφή και τον καθιστούν εργοδηγό και ρυθμιστή.Η καταστροφή στον τελευταίο μεγάλο πόλεμο υποβάθμισε το χωριό, στην κλίμακα της αρχιτεκτονικής αυθεντικότητας. Αυτή η καταστροφή πιστεύουμε ότι λειτούργησε σαν καταλύτης διατήρησης της αυθεντικότητας.Μία αυθεντικότητα που δεν έχει να κάνει με την αρχιτεκτονική διατήρηση, αλλά με την ενέργεια που εκπέμπει το μέρος δηλαδή με τους ανθρώπους της ,που είναι ακόμη αυθεντικοί.

Λαιστινές κατοικίες

Οικία Φείδα.
Οικία Παπαθανασίου.

Οικία Ματζάρη.


Οικία Νάνα



Οικία Ζαμπογιάννη-Μέμου




Στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή των Λαιστινών από τα παλιά χρόνια μέχρι σήμερα.

Ο Φόρης και η ΚυραΔέσποινα.

Ο Κ αρβούνης στο Φλάμπουρο.
O Tάφας και το ακορντεόν.


Ο Γρίβας και το Deutz.





Κυνηγοί και θηράματα αρχές του 20ου αιώνα.

Καραβάνι για τα Γιάννενα.


Δενδροφύτευση στην Πλατεία των Ταξιαρχών.



Γάμος στην Παναγία.




Αγροτικές εργασίες.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Ίσως η παλαιότερη φωτογραφία της Λάιστας,
αρχές του προηγούμενου αιώνα. ( Αρχείο κ.Χριστόφορου Ποάλα) Έρωτας με την πρώτη ματιά.
Η γαλήνη του γεροπλάτανου, στην πλατεία
του Ι.Ν. των Παμμεγίστων Ταξιαρχών.
Η γειτονιά του Αγ.Νικολάου, στο μαχαλά
των Ταξιαρχών,στους πρόποδες του Φλάμπουρου.




Αγνάντεμα από τον Αγ.Χαράλαμπο

video

Η πρώτη φορά

Ήταν βράδυ του Σεπτέμβρη όταν ήρθα για πρώτη φορά .Η προσμονή μου για τη Λάιστα ήταν μεγάλη .Ο Νίκος είχε περιγράψει το μέρος με ασυνήθιστες λεπτομέρειες , αλλά και με μεγάλη περιγραφική δεινότητα.Η εντύπωσή που είχα στο μυαλό μου ήταν, ότι σίγουρα, θα αντικρύσω κάτι λιγότερο εκπληκτικό .Το πρωί, αυτό που αντίκρυσα, ήταν σίγουρα κάτι περισσότερο εκπληκτικό απ'αυτό που φανταζόμουν.Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά.

Tραγούδια για τη Λάιστα

Με το παράπονο , που σέρνεις στα βιολιά σου,
τις ομορφιές , τ'αθάνατα τραγούδια ,
δεμένη πια κρατάς τη σκόρπια τη γενιά σου
και την τραβάς , μελίσσι στα λουλούδια.
Ποάλας Γεώργιος
Λάιστα, της Πίνδου, η ζωγραφιά η πανωραία κόρη
νεράιδά μου καμαρωτή σε όλο το Ζαγόρι.
Πάνος Αθανάσιος

Aναφορές για Λάιστα και Παλαιοχώρι Λάιστας από διάφορες πηγές

Lajsta (Laka) [Αυστριακός Χάρτης 1914]. Λάιστα ή Λάιτσα [Χάρτης Κοντογόνη 1912]. Laysta: 230 οικογένειες Βλάχων [Pouqueville 1826 I, 209]. Laista: το μεγαλύτερο χωριό στο Ζαγόρι, με 200 σπίτια [Leake 1835 IV, 167]. Λάιστα: αλβανικό όνομα, περιοχή του Ζαγορίου, μεταξύ των πηγών Αώου και Ινάχου, 155 χριστιανικές οικογένειες, 257 στέφανα, εκκλησία Ιωαννίνων, γλώσσα Βλαχική και Ελληνική [Αραβαντινός 1856 Β, 333]. Λάιστα: βλαχοχώρι με 364 οικογένειες / 1.800 κατοίκους [Λαμπρίδης, 84]. Lake: ρουμάνικο χωριό με 500 οικογένειες [Picot 1875, 36]. Λάιστα: βλάχικο χωριό [Κρυστάλλης 1891, 60-61]. Laista (Laka): στο βόρειο Ζαγόρι, τρεις και μισή ώρες από τη Vovusa, 450 σπίτια, 2.250 Αρομούνοι [Weigand 1895, 315]. Λάιστα: περιοχή Ζαγορίου, 267 κουτσοβλαχικές οικογένειες [Αραβαντινός 1905, 49]. Laista (Laca): σχολείο αρρένων, 5.900 Βλάχοι [Papahagi 1905, 148]. Λάιστα: επαρχίας Ιωαννίνων, 364 ελληνοβλαχικές οικογένειες [Πατριαρχείο 1906, μστ΄]. Λαΐστα: υποδιοικήσεως και νομού Ιωαννίνων, 892 κάτοικοι [Απαρίθμησις 1913]. Laka ή Laista: Βλαχοχώρι με 400 σπίτια [Wace - Thompson 1914, 199]. Λάιστα: Λαΐστης Ιωαννίνων, 539 κάτοικοι [Λεξικόν Συνοικισμών 1923, 60]. Λάιστα: Επαρχία Δωδώνης, διάταγμα 7/8/1919 (Φ.Ε.Κ. 184/1919) [Αρχεία Δρακάκη - Κούνδουρου 1939, 455]. Λάιστα: Λαΐστης Δωδώνης, 120 κάτοικοι, υψόμετρο 1.020 [Λεξικόν Οικισμών 1974, 255]. Λάιστα ή Λάκκα: βλαχοχώρι στο Βλαχοζάγορο [Κουκούδης, 153, 163, 188]. Λάιστα: δήμου Τύμφης, νομού Ιωαννίνων, κάτοικοι 96 [Λεξικό Σταματελάτου 2001, 409]. Paljohori [Αυστριακός Χάρτης 1914]. Παληοχώρι Λαΐστης [Χάρτης Κοντογόνη 1912]. Παλιοχώρι Λάιστας: ελληνικό όνομα, περιοχή του Ζαγορίου, μεταξύ των πηγών Αώου και Ινάχου, 20 χριστιανικές οικογένειες, 41 στέφανα, εκκλησία Ιωαννίνων, γλώσσα Βλαχική και Ελληνική [Αραβαντινός 1856 Β, 333]. Παλαιοχώρι Λαΐστας: βλαχοχώρι με 58 οικογένειες / 180 κατοίκους [Λαμπρίδης, 84]. Παληοχώρι Λαΐστης: βλάχικο χωριό [Κρυστάλλης 1891, 60-61]. Paljochori: στο βόρειο Ζαγόρι, δύο ώρες ανατολικά από τη Lešnitsa, 100 σπίτια, 500 Αρομούνοι [Weigand 1895, 315]. Παληοχώρι Λάιστας: περιοχή Ζαγορίου, 51 κουτσοβλαχικές οικογένειες [Αραβαντινός 1905, 49]. Paliohori: 650 Βλάχοι [Papahagi 1905, 148]. Παλαιοχώρι Λαΐστης: επαρχίας Ιωαννίνων, 159 ελληνοβλαχικές οικογένειες [Πατριαρχείο 1906, μστ΄]. Παλαιοχώρι Λαΐστης: υποδιοικήσεως και νομού Ιωαννίνων, 90 κάτοικοι [Απαρίθμησις 1913]. Paliohori: Βλάχικο χωριό που έκαψε η συμμορία του Λεωνίδα και του Νταβέλη. Απέμειναν όρθια 27 σπίτια [Wace - Thompson 1914, 200-201]. Παλαιοχώρι Λαΐστης: Λαΐστης Ιωαννίνων, 50 κάτοικοι [Λεξικόν Συνοικισμών 1923, 88]. Παλαιοχώρι Λαΐστης: Επαρχία Δωδώνης, διάταγμα 7/8/1919 (Φ.Ε.Κ. 184/1919) [Αρχεία Δρακάκη - Κούνδουρου 1939, 455]. Παλιοχώρι Λάιστας: βλαχοχώρι στο Βλαχοζάγορο [Κουκούδης, 153].